Δυστυχώς, ο νομοθέτης δεν έχει διαμορφώσει τον Νόμο περί Δικηγορικών Αμοιβών ούτε με σαφήνεια ούτε με ευκολία στην κατανόηση. Ως εκ τούτου, είναι σχεδόν αδύνατο για τους μη ειδικούς να υπολογίσουν εκ των προτέρων ποια αμοιβή προβλέπει ο Νόμος περί Δικηγορικών Αμοιβών για τις νομικές υπηρεσίες που ρυθμίζονται από αυτόν. Ακόμη και εμείς οι δικηγόροι χρησιμοποιούμε ειδικό λογισμικό για τον υπολογισμό των αμοιβών.
Το δικηγορικό μας γραφείο προσφέρει, επομένως, στους νέους πελάτες μια αρχική νομική συμβουλή, η οποία χρησιμεύει ιδίως και για τη διευκρίνιση του ύψους της αναμενόμενης αμοιβής.
Νόμος περί Δικηγορικών Αμοιβών
Αντικείμενο του Τιμολογίου
Άρθρο 1
(1) Οι δικηγόροι έχουν δικαίωμα αμοιβής σε αστικές δικαστικές διαδικασίες και σε διαιτητικές διαδικασίες σύμφωνα με τα άρθρα 577 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και σε ποινικές διαδικασίες ιδιωτικής κατηγορίας και για την εκπροσώπηση ιδιωτών που συμμετέχουν, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις και τον συνημμένο τιμοκατάλογο, ο οποίος αποτελεί μέρος του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου. Οι τιμές του τιμοκαταλόγου που προκύπτουν από τις υπολογιστικές πράξεις που ορίζονται στον τιμοκατάλογο στρογγυλοποιούνται προς τα πάνω ή προς τα κάτω στα πλήρη 10 λεπτά.
(2) Οι διατάξεις του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου ισχύουν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά κατωτέρω, τόσο στη σχέση μεταξύ του δικηγόρου και του διαδίκου που εκπροσωπεί, όσο και κατά τον καθορισμό των εξόδων που πρέπει να καταβάλει ο αντίδικος, ακόμη και όταν ο δικηγόρος πρέπει να αποζημιωθεί για έξοδα από τον αντίδικο για δική του υπόθεση. Ισχύουν επίσης όταν οι αναφερόμενες υπηρεσίες εκτελούνται από συμβολαιογράφους, εφόσον ο συμβολαιογράφος είναι εξουσιοδοτημένος για τέτοια υπηρεσία και η αμοιβή δεν ρυθμίζεται στον συμβολαιογραφικό τιμοκατάλογο ή στον τιμοκατάλογο για την αμοιβή των συμβολαιογράφων ως εντεταλμένων του δικαστηρίου.
Περιορισμός της ισχύος του τιμοκαταλόγου
Άρθρο 2
(1) Ο τιμοκατάλογος δεν θίγει το δικαίωμα της ελεύθερης συμφωνίας.
(2) Ακόμη και αν δεν έχει συμφωνηθεί αμοιβή, ο δικηγόρος μπορεί να διεκδικήσει από τον διάδικο υψηλότερη αμοιβή από αυτή που προβλέπεται στον τιμοκατάλογο, εφόσον δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις ή από ειδική χρήση που προκλήθηκε από τον διάδικό του.
Βάση υπολογισμού
Άρθρο 3
Το ποσό που είναι καθοριστικό για την εφαρμογή συγκεκριμένου τιμολογιακού συντελεστή (βάση υπολογισμού) υπολογίζεται στην αστική δίκη με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, στη διαδικασία εκτέλεσης (ασφάλειας) με βάση την αξία της απαίτησης (Άρθρο 13), στη διαδικασία αφερεγγυότητας και αναδιάρθρωσης για έναν πιστωτή με βάση το ύψος της δηλωθείσας απαίτησης συμπεριλαμβανομένων των παρεπόμενων εξόδων, στην εκούσια δικαιοδοσία με βάση την αξία του αντικειμένου της διαδικασίας.
Σημείωση
Εφαρμόζεται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004. Για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν από αυτή την ημερομηνία, οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη ισχύουσα μορφή τους (βλ. Άρθρο 10 § 2, BGBl. I Nr. 113/2003).
Άρθρο 4
Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά κατωτέρω, η βάση υπολογισμού (Άρθρο 3) καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54 έως 59 του Κανονισμού Δικαιοδοσίας, στην εκούσια δικαιοδοσία, εάν το αντικείμενο δεν συνίσταται σε χρηματικό ποσό, αλλά σύμφωνα με την αξία που έχει δηλώσει ο διάδικος στην αίτησή του ως αξία του αντικειμένου της διαδικασίας.
Σημείωση
Εφαρμόζεται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004. Για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν από αυτή την ημερομηνία, οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη ισχύουσα μορφή τους (βλ. Άρθρο 10 § 2, BGBl. I Nr. 113/2003).
Άρθρο 5
(1) Εάν ζητείται μόνο μέρος κεφαλαιακής απαίτησης, τότε μόνο το ζητούμενο μέρος είναι καθοριστικό. Εάν διεκδικείται το πλεόνασμα που προκύπτει από τη σύγκριση των απαιτήσεων που έχουν οι δύο διάδικοι ο ένας έναντι του άλλου, τότε το ποσό του ζητούμενου πλεονάσματος είναι καθοριστικό. (2) Οι διαφορές σύμφωνα με το Άρθρο 37 του Εκτελεστικού Κανονισμού αξιολογούνται με βάση την αξία της απαίτησης (Άρθρο 13), για την οποία διενεργείται εκτέλεση, αλλά εάν τα κατασχεθέντα αντικείμενα έχουν μικρότερη αξία, τότε με βάση αυτήν. Εάν η αγωγή στρέφεται κατά περισσοτέρων εναγομένων και αποφασίζεται η υποχρέωση αποζημίωσης εξόδων με μία απόφαση, τότε για τις κοινές υπηρεσίες ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται η υψηλότερη των απαιτήσεων, αλλά εάν η αξία των κατασχεθέντων αντικειμένων είναι μικρότερη, τότε αυτή. Τα έξοδα κατανέμονται αναλογικά με τις αξίες των αντικειμένων της διαφοράς που είναι καθοριστικές για κάθε εναγόμενο.
Άρθρο 6
Οι απαιτήσεις σε ξένο νόμισμα αξιολογούνται με βάση την ισοτιμία κατά τον χρόνο της απόφασης ή του συμβιβασμού σχετικά με την υποχρέωση αποζημίωσης εξόδων.
Σημείωση
Εφαρμόζεται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004. Για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν από αυτή την ημερομηνία, οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη ισχύουσα μορφή τους (βλ. Άρθρο 10 § 2, BGBl. I Nr. 113/2003).
Άρθρο 7 (1) Εάν ο εναγόμενος κρίνει την αξιολόγηση του αντικειμένου της διαφοράς από τον ενάγοντα, σύμφωνα με τα άρθρα 56 ή 59 του Κανονισμού Δικαιοδοσίας, υπερβολικά υψηλή ή υπερβολικά χαμηλή, μπορεί να προσβάλει την αξιολόγηση το αργότερο στην πρώτη δικάσιμο που ορίζεται για την προφορική συζήτηση. Εάν η αξία του αντικειμένου της διαδικασίας στην εκούσια δικαιοδοσία δηλώνεται διαφορετικά από τους διαδίκους, αυτό ισοδυναμεί με προσβολή της αξιολόγησης. Εάν ο εναγόμενος κρίνει την αξιολόγηση του αντικειμένου της διαφοράς από τον ενάγοντα, σύμφωνα με τα άρθρα 56 ή 59 του Κανονισμού Δικαιοδοσίας, υπερβολικά υψηλή ή υπερβολικά χαμηλή, μπορεί να προσβάλει την αξιολόγηση το αργότερο στην πρώτη δικάσιμο που ορίζεται για την προφορική συζήτηση. Εάν η αξία του αντικειμένου της διαδικασίας στην εκούσια δικαιοδοσία δηλώνεται διαφορετικά από τους διαδίκους, αυτό ισοδυναμεί με προσβολή της αξιολόγησης. (2) Ελλείψει συμφωνίας των διαδίκων, το δικαστήριο οφείλει, κατά το δυνατόν χωρίς περαιτέρω έρευνες και χωρίς να καθυστερήσει ουσιωδώς την επίλυση ή να προκαλέσει έξοδα, να αξιολογήσει το αντικείμενο της διαφοράς για την εφαρμογή του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου εντός των ποσών που ισχυρίζονται οι διάδικοι. Το ίδιο ισχύει στην εκούσια δικαιοδοσία για την αξιολόγηση του αντικειμένου της διαδικασίας. Αυτή η απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο. Σημείωση Εφαρμόζεται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004. Για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν από αυτή την ημερομηνία, οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη ισχύουσα μορφή τους (βλ. Άρθρο 10 § 2, ΦΕΚ I Αρ. 113/2003 ).
Άρθρο 7α
(1) Σε διαδικασίες ομαδικών αγωγών για αποκατάσταση σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ΚΠολΔ, ο Ειδικευμένος Φορέας πρέπει να αξιολογήσει χρηματικά μια ενδιάμεση αίτηση διαπίστωσης σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 2 του ΚΠολΔ ήδη στην ομαδική αγωγή για αποκατάσταση. Ο Ειδικευμένος Φορέας δεν δεσμεύεται από κανόνες νομικής αξιολόγησης σε αυτή την αξιολόγηση. Εάν ο εναγόμενος δεν προσβάλει μια τέτοια αξιολόγηση το αργότερο στην πρώτη δικάσιμο που ορίζεται για την προφορική συζήτηση, τότε το δικαστήριο πρέπει να λάβει αυτό το ποσό ως βάση υπολογισμού (Άρθρο 3) για ολόκληρη τη διαδικασία ομαδικής αγωγής για αποκατάσταση μέχρι την απόφαση επί της ενδιάμεσης αίτησης διαπίστωσης. Εάν ο Ειδικευμένος Φορέας παραλείψει μια αξιολόγηση ή εάν ο εναγόμενος προσβάλει εγκαίρως την αξιολόγηση, τότε κατά τον προσδιορισμό της βάσης υπολογισμού της ενδιάμεσης αίτησης διαπίστωσης στην ομαδική αγωγή για αποκατάσταση πρέπει να ακολουθηθούν τα άρθρα 4 και 12· εφαρμόζεται το άρθρο 7 παρ. 2.Σε διαδικασίες ομαδικών αγωγών για αποκατάσταση σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ΚΠολΔ, ο Ειδικευμένος Φορέας πρέπει να αξιολογήσει χρηματικά μια ενδιάμεση αίτηση διαπίστωσης σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 2 του ΚΠολΔ ήδη στην ομαδική αγωγή για αποκατάσταση. Ο Ειδικευμένος Φορέας δεν δεσμεύεται από κανόνες νομικής αξιολόγησης σε αυτή την αξιολόγηση. Εάν ο εναγόμενος δεν προσβάλει μια τέτοια αξιολόγηση το αργότερο στην πρώτη δικάσιμο που ορίζεται για την προφορική συζήτηση, τότε το δικαστήριο πρέπει να λάβει αυτό το ποσό ως βάση υπολογισμού (Άρθρο 3) για ολόκληρη τη διαδικασία ομαδικής αγωγής για αποκατάσταση μέχρι την απόφαση επί της ενδιάμεσης αίτησης διαπίστωσης. Εάν ο Ειδικευμένος Φορέας παραλείψει μια αξιολόγηση ή εάν ο εναγόμενος προσβάλει εγκαίρως την αξιολόγηση, τότε κατά τον προσδιορισμό της βάσης υπολογισμού της ενδιάμεσης αίτησης διαπίστωσης στην ομαδική αγωγή για αποκατάσταση πρέπει να ακολουθηθούν τα άρθρα 4 και 12· εφαρμόζεται το άρθρο 7 παρ. 2. (2) Η ομαδική αγωγή για αποκατάσταση (Άρθρο 624 ΚΠολΔ) και όλα τα δικόγραφα ή οι δικάσιμοι που αναφέρονται μόνο ή και σε ενδιάμεση αίτηση διαπίστωσης του Ειδικευμένου Φορέα σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αμείβονται βάσει της βάσης υπολογισμού σύμφωνα με την παρ. 1. Η ομαδική αγωγή για αποκατάσταση (Άρθρο 624 ΚΠολΔ) και όλα τα δικόγραφα ή οι δικάσιμοι που αναφέρονται μόνο ή και σε ενδιάμεση αίτηση διαπίστωσης του Ειδικευμένου Φορέα σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αμείβονται βάσει της βάσης υπολογισμού σύμφωνα με την παράγραφο ένα. (3) Κατά παρέκκλιση από τις παρ. 1 και 2, οι δηλώσεις συμμετοχής σύμφωνα με το άρθρο 628 ΚΠολΔ, καθώς και όλα τα άλλα δικόγραφα και οι δικάσιμοι που αναφέρονται μόνο σε ατομικές απαιτήσεις, αμείβονται σύμφωνα με τη βάση υπολογισμού που προκύπτει για το εκάστοτε δικόγραφο ή την εκάστοτε δικάσιμο.
Σημείωση
Εφαρμόζεται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004. Για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν από αυτή την ημερομηνία, οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη ισχύουσα μορφή τους (βλ. Άρθρο 10 § 2, BGBl. I Nr. 113/2003).
Άρθρο 8
(1) Εάν κατά τη διάρκεια μιας δίκης ή εκούσιας δικαιοδοσίας η αξία ενός αντικειμένου διαφοράς ή αντικειμένου διαδικασίας που δεν συνίσταται σε χρήμα αλλάξει κατά τέτοιο τρόπο ώστε η διενεργηθείσα αξιολόγηση να μην ανταποκρίνεται πλέον προφανώς στις τρέχουσες αξιακές σχέσεις, τότε, ελλείψει συμφωνίας των διαδίκων, η βάση υπολογισμού πρέπει να καθοριστεί εκ νέου από το δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως ενός διαδίκου σύμφωνα με το άρθρο 7. Στη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ή του Εφετείου Αναίρεσης, αυτή η αίτηση μπορεί να υποβληθεί στην απάντηση αναίρεσης ή έφεσης αναίρεσης· εάν η αίτηση υποβληθεί στην απάντηση αναίρεσης ή έφεσης αναίρεσης, το Ακυρωτικό ή Εφετείο Αναίρεσης μπορεί να ζητήσει δήλωση από τον αιτούντα αναίρεση ή έφεση αναίρεσης.
(2) Εάν κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας η βάση υπολογισμού μεταβλήθηκε σύμφωνα με την παρ. 1, τότε κατά τον καθορισμό των εξόδων ολόκληρης της προηγούμενης διαδικασίας καθορισμού εξόδων, καθοριστική είναι η αξία της διαφοράς που ισχύει κατά τον χρόνο της απόφασης ή του συμβιβασμού σχετικά με την υποχρέωση αποζημίωσης εξόδων.
(3) Η παράγραφος 2 ισχύει επίσης στη διαδικασία ένδικων μέσων, για τα έξοδα των κατώτερων δικαστηρίων στην πορεία της διαδικασίας, ωστόσο μόνο εάν αυτά τα έξοδα καθορίζονται από το ανώτερο δικαστήριο. Εάν οι αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων ακυρώθηκαν εν όλω ή εν μέρει κατά την πορεία της διαδικασίας, η τελευταία καθορισμένη αξία της διαφοράς ή η αξία της διαδικασίας πρέπει επίσης να ληφθεί ως βάση για τη νέα απόφαση επί της κύριας υπόθεσης κατά τον καθορισμό των εξόδων των δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις ακυρώθηκαν.
(4) Η παρ. 3 ισχύει και όταν η ισοτιμία μετατροπής που είναι καθοριστική για την αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 6 έχει αλλάξει κατά τη διάρκεια της ιεραρχίας των δικαστηρίων.
Άρθρο 9
(1) Οι απαιτήσεις για καταβολή διατροφής ή παροχών συντήρησης και για καταβολή συντάξεων σε περίπτωση σωματικών βλαβών ή θανάτου ανθρώπου αξιολογούνται με το τριπλάσιο της ετήσιας παροχής. Εάν η απαίτηση προβάλλεται για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών ετών, τότε το συνολικό ποσό των απαιτούμενων παροχών για αυτό το διάστημα χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού.
(2) Εάν ζητείται αύξηση ή μείωση των ποσών που αναφέρονται στην παρ. 1, τότε το τριπλάσιο της ετήσιας παροχής της ζητούμενης αύξησης ή μείωσης πρέπει να θεωρηθεί ως βάση υπολογισμού.
(3) Οι απαιτήσεις για καταβολή διατροφής συζύγου ή τέκνου, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για καταβολή προσωρινής διατροφής, αξιολογούνται με το απλό της ετήσιας παροχής. Η τελευταία πρόταση της παρ. 1 και η παρ. 2 εφαρμόζονται αναλόγως.
Σημείωση
Εφαρμόζεται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004. Για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν πριν από αυτή την ημερομηνία, οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη ισχύουσα μορφή τους (βλ. Άρθρο 10 § 2, BGBl. I Nr. 113/2003).
Άρθρο 10
Το αντικείμενο αξιολογείται:
1. σε διαφορές σχετικά με αγωγές διατάραξης νομής με 800 ευρώ·
2. σε διαφορές από τη σύμβαση μίσθωσης και σε διαφορές σχετικά με αγωγές έξωσης
α) σε επαγγελματικούς χώρους, σε διαμερίσματα των οποίων η ωφέλιμη επιφάνεια υπερβαίνει τα 90 τ.μ., και σε άλλα αντικείμενα με το ετήσιο μίσθωμα που προκύπτει από τους τελευταίους 12 μήνες πριν από την υποβολή της καταγγελίας ή της αγωγής, τουλάχιστον όμως, καθώς και στις περιπτώσεις όπου αυτή η βάση υπολογισμού δεν προβάλλεται αριθμητικά στην καταγγελία ή την αγωγή, με 2.000 ευρώ,
β) σε διαμερίσματα των οποίων η ωφέλιμη επιφάνεια υπερβαίνει τα 60 τ.μ. και δεν εμπίπτουν στην περίπτωση α), με 1.500 ευρώ,
γ) σε μικρότερα διαμερίσματα με 1.000 ευρώ·
3. σε διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 1 MRG, το άρθρο 52 παρ. 1 WEG 2002, το άρθρο 22 παρ. 1 WGG, το άρθρο 25 HeizKG και τον Νόμο περί Μικρών Κήπων
α) σε απαιτήσεις που αφορούν ακίνητα
αα) σε επαγγελματικούς χώρους, σε διαμερίσματα των οποίων η ωφέλιμη επιφάνεια υπερβαίνει τα 90 τ.μ., και σε γκαράζ με περισσότερες από δύο θέσεις στάθμευσης, εάν το αντικείμενο δεν συνίσταται σε χρηματικό ποσό, με 2.000 ευρώ,
αλλιώς το πολύ με ………………………. 6.000 ευρώ,
ββ) σε διαμερίσματα με ωφέλιμη επιφάνεια άνω των 60 τ.μ. και έως 90 τ.μ., εάν το αντικείμενο δεν συνίσταται σε χρηματικό ποσό, με 1.500 ευρώ, αλλιώς το πολύ με 4.500 ευρώ,
γγ) σε άλλα αντικείμενα, εάν το αντικείμενο δεν συνίσταται σε χρηματικό ποσό, με 1.000 ευρώ,
αλλιώς το πολύ με ………………………….. 3.000 ευρώ
β) σε απαιτήσεις που αφορούν ακίνητα
αα) σε ακίνητα με περισσότερα από πενήντα μισθωμένα αντικείμενα ή αντικείμενα κατάλληλα για ιδιοκτησία διαμερίσματος (Άρθρο 2 παρ. 2 WEG 2002), εάν το αντικείμενο δεν συνίσταται σε χρηματικό ποσό, με 4.000 ευρώ,
αλλιώς το πολύ με ………………………… 12.000 ευρώ
ββ) σε άλλα ακίνητα, εάν το αντικείμενο δεν συνίσταται σε χρηματικό ποσό, με 2.500 ευρώ,
αλλιώς το πολύ με ………………………… 7.500 ευρώ
4. α) σε οικογενειακές υποθέσεις με 6.000 ευρώ,
β) σε διαφορές σχετικά με τη συζυγική καταγωγή και σε διαφορές σχετικά με την πατρότητα ενός εξώγαμου τέκνου με 2.400 ευρώ·
η αξία της διαφοράς των περιουσιακών απαιτήσεων που συνδέονται με διαφορές σύμφωνα με τις περιπτώσεις α) και β) προστίθεται·
5. σε υποθέσεις του εμπορικού και του συνεταιριστικού μητρώου, εάν από την αίτηση δεν προκύπτει άλλη αξία, με το εταιρικό κεφάλαιο, τουλάχιστον όμως με τα ακόλουθα ποσά:
α) σε ατομικές επιχειρήσεις με 3.000 ευρώ,
β) σε ανώνυμες εταιρείες με 70.000 ευρώ,
γ) σε εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με 10.000 ευρώ,
δ) σε άλλες εταιρείες και σε συνεταιρισμούς με 15.000 ευρώ· σε αιτήσεις για καταχώριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης βάσει δήλωσης που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 8 τρίτο εδάφιο NTG, το αντικείμενο αξιολογείται με 1.000 ευρώ.
6. σε διαφορές σχετικά με αγωγές σύμφωνα με το άρθρο 1330 ABGB, εφόσον το αντικείμενο δεν συνίσταται σε χρηματικό ποσό,
α) εάν ο ισχυρισμός διαδόθηκε σε μέσο (Άρθρο 1 παρ. 1 Νόμου περί Μέσων), το πολύ με 21.000 ευρώ,
β) αλλιώς το πολύ με 11.000 ευρώ· σε αγωγές παράλειψης σύμφωνα με το άρθρο 549 ΚΠολΔ, το αντικείμενο αξιολογείται με 5.000 ευρώ·
6α. σε υποθέσεις εργατικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 ASGG το πολύ με 24.000 ευρώ·
6β. σε διαφορές σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 5 εδ. 3 ΚΠολΔ τουλάχιστον με 4.500 ευρώ·
7. σε ποινικές υποθέσεις ιδιωτικής κατηγορίας
α) λόγω πλημμελημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων με ……………………………………………. 6.000 ευρώ
β) λόγω άλλων πλημμελημάτων με 11.000 ευρώ·
8. σε ποινικές δικαστικές διαδικασίες σχετικά με αιτήσεις σύμφωνα με τον Νόμο περί Μέσων (Τιμολογιακό στοιχείο 4 Τμήμα Ι παρ. 2) με 11.000 ευρώ·
9. σε ποινικές υποθέσεις για την εκπροσώπηση ιδιωτών που συμμετέχουν:
α) λόγω πλημμελημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων με ……………………………………………… 3.000 ευρώ
β) λόγω άλλων πλημμελημάτων και λόγω κακουργημάτων με 6.000 ευρώ.
Σημείωση
Εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες καθορισμού εξόδων ή σε όλες τις διαδικασίες έφεσης εξόδων, στις οποίες η αίτηση για καθορισμό εξόδων ή η έφεση εξόδων υποβλήθηκε στο δικαστήριο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2007 (βλ. Άρθρο XVII § 16, BGBl. I Nr. 111/2007).
§ 11
(1) Στο βαθμό που τα έξοδα δεν πρέπει να συμψηφιστούν, σε διαδικασίες σχετικά με αιτήσεις για καθορισμό εξόδων, το ποσό των εξόδων χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού, του οποίου η επιδίκαση ζητείται. Η βάση υπολογισμού στη διαδικασία προσφυγής για τα έξοδα είναι το ποσό του οποίου η επιδίκαση ή η απόρριψη ζητείται στην προσφυγή για τα έξοδα. (2) Εάν στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 το αιτούμενο ποσό δεν υπερβαίνει τα 100 ευρώ, υπάρχει μόνο δικαίωμα αποζημίωσης για τα πραγματικά έξοδα κατ’ αναλογία της επιτυχίας.
Σημείωση
Εφαρμόζεται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2004.
Για όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν προηγουμένως,
αυτές οι διατάξεις εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη
ισχύουσα έκδοσή τους (πρβλ. Άρθρο 10 § 2, Ομοσπονδιακή Εφημερίδα της Κυβερνήσεως I Αρ. 113/2003).
§ 12
(1) Κατά την προβολή πολλαπλών αξιώσεων στην ίδια αγωγή, οι αξίες των αντικειμένων της διαφοράς προστίθενται. Το ίδιο ισχύει για τη διάρκεια της συνένωσης πολλαπλών νομικών διαφορών και για τη συνένωση αγωγής και ανταγωγής για κοινή ακρόαση. (2) Εάν πολλαπλές αξιώσεις που προβάλλονται στην ίδια αγωγή εξετάζονται χωριστά, κατά τη διάρκεια του διαχωρισμού, η αντίστοιχη μερική αξία είναι καθοριστική για κάθε μία από τις χωριστές ακροάσεις. (2α) Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως και στην προβολή πολλαπλών αξιώσεων στην ίδια εξωδικαστική διαδικασία και στη συνένωση πολλαπλών εξωδικαστικών διαδικασιών. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως και στην προβολή πολλαπλών αξιώσεων στην ίδια εξωδικαστική διαδικασία και στη συνένωση πολλαπλών εξωδικαστικών διαδικασιών. (3) Μια αλλαγή στην αξία του αντικειμένου της διαφοράς ως αποτέλεσμα τροποποίησης μιας αγωγής, ως αποτέλεσμα περιορισμού του αιτήματος της αγωγής ή ως αποτέλεσμα μερικής διευθέτησης της διαφοράς πρέπει να ληφθεί υπόψη για τις υπηρεσίες που ακολουθούν την αλλαγή της αξίας και, εάν η αλλαγή πραγματοποιείται με δήλωση ενός διαδίκου, ήδη για το σχετικό δικόγραφο. Εάν η αξία της διαφοράς αλλάξει κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης, η αλλαγή πρέπει να ληφθεί υπόψη ήδη για εκείνη την ώρα της συνεδρίασης κατά την οποία επέρχεται η αλλαγή. Το ίδιο ισχύει αναλόγως και για αλλαγές στο αντικείμενο της διαδικασίας σε εξωδικαστικές διαδικασίες. (4) Εάν το αίτημα περιορίζεται σε παρεπόμενα τέλη, πρέπει να υποτεθούν οι ακόλουθες αξίες διαφοράς ή διαδικασίας, αλλά ποτέ περισσότερο από το ήμισυ της αρχικής αξίας: α) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου που πρέπει να αποφασιστούν από το τμήμα, 2.000 ευρώ, β) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου που πρέπει να αποφασιστούν από μονομελές δικαστήριο, 1.000 ευρώ, γ) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του ειρηνοδικείου, 200 ευρώ. Το ίδιο ισχύει εάν το αίτημα περιορίζεται α) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου που πρέπει να αποφασιστούν από το τμήμα, σε λιγότερο από 2.000 ευρώ, β) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου που πρέπει να αποφασιστούν από μονομελές δικαστήριο, σε λιγότερο από 1.000 ευρώ, γ) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του ειρηνοδικείου σε λιγότερο από 200 ευρώ.
§ 13
(1) Στη διαδικασία εκτέλεσης (ασφάλισης), η βάση υπολογισμού είναι
α) για τον επισπεύδοντα πιστωτή ή άλλο δικαιούχο, η αξία της αξίωσης σε κεφάλαιο· τα δικαστικά έξοδα ή τα παρεπόμενα τέλη λαμβάνονται υπόψη μόνο εάν αποτελούν από μόνα τους το αντικείμενο της αξίωσης που πρέπει να εκτελεστεί ή να ασφαλιστεί· δεν επέρχεται αλλαγή στη βάση υπολογισμού κατά τη διάρκεια της διαδικασίας· β) για τον υπόχρεο, η αξία της αξίωσης που επηρεάζεται από την αίτησή του· γ) για τον τρίτο οφειλέτη, η αξία της κατασχεθείσας απαίτησης, εάν αυτή είναι χαμηλότερη από την αξίωση του επισπεύδοντος πιστωτή, διαφορετικά η αξία που αναφέρεται στο σημείο α· δ) για τον πλειοδότη και για τον υπερθεματιστή, η αξία της επιτευχθείσας υψηλότερης προσφοράς. (Σημείωση: Η παράγραφος 2 καταργήθηκε από την Ομοσπονδιακή Εφημερίδα της Κυβερνήσεως Αρ. 519/1995 )
§ 14
Εάν η βάση υπολογισμού δεν μπορεί να προσδιοριστεί σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες αξίες:
α) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου που πρέπει να αποφασιστούν από το τμήμα 24.000 ευρώ,
β) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου που πρέπει να αποφασιστούν από μονομελές δικαστήριο 10.000 ευρώ,
γ) σε νομικές υποθέσεις ενώπιον του ειρηνοδικείου 1.000 ευρώ.
Αύξηση της αμοιβής σε περίπτωση πολλαπλών προσώπων
§ 15
(1) Ο δικηγόρος δικαιούται αύξηση της αμοιβής του εάν εκπροσωπεί περισσότερα πρόσωπα ή αντιμετωπίζει περισσότερα πρόσωπα σε μια νομική υπόθεση (§ 1). Η αύξηση ανέρχεται σε: α) εάν υπάρχουν μόνο δύο πρόσωπα που εκπροσωπούνται από τον δικηγόρο ή αντιμετωπίζονται από αυτόν σε μία πλευρά 10%, β) για κάθε επιπλέον πρόσωπο που εκπροσωπείται από αυτόν και για κάθε επιπλέον πρόσωπο που αντιμετωπίζεται από αυτόν 5%, αλλά ποτέ περισσότερο από συνολικά 50% του ποσού των κερδών συμπεριλαμβανομένου του ενιαίου ποσοστού· τα έξοδα ταξιδιού, η αποζημίωση για απώλεια χρόνου και άλλα έξοδα δεν συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των κερδών. (2) Η παράγραφος 1 δεν ισχύει σε διαδικασίες συλλογικής αγωγής για αποκατάσταση σύμφωνα με τα §§ 623 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μέχρι την απόφαση σχετικά με αίτημα ενδιάμεσης διαπίστωσης του Εξουσιοδοτημένου Φορέα σύμφωνα με το § 624 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Έξοδα
§ 16
Τα έξοδα για δικαστικά τέλη, ταχυδρομικά τέλη και άλλα έξοδα, συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας, πρέπει να αποζημιώνονται ξεχωριστά, εκτός εάν το § 23 ορίζει διαφορετικά. Ομοίως, πρέπει να αποζημιώνονται ξεχωριστά πρόσθετα έξοδα που προκύπτουν για έναν διάδικο από τη συμμετοχή ενός δικηγόρου συναίνεσης σύμφωνα με το § 5 παρ. 1 του EIRAG, αλλά όχι περισσότερο από το 25% του ποσού των κερδών συμπεριλαμβανομένου του ενιαίου ποσοστού· τα έξοδα ταξιδιού, η αποζημίωση για απώλεια χρόνου και άλλα έξοδα δεν συμπεριλαμβάνονται στο ποσό των κερδών.
Διεκπεραίωση περισσοτέρων υποθέσεων κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού
§ 17
Κατά τη διεκπεραίωση περισσοτέρων υποθέσεων κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού, τα έξοδα ταξιδίου κατανέμονται στις επιμέρους υποθέσεις αναλογικά με τις βάσεις υπολογισμού.
Καταστάσεις εξόδων
§ 18
Ο δικηγόρος δεν δικαιούται αμοιβή για τη σύνταξη της κατάστασης εξόδων ή της τιμολογίου αμοιβής προς το μέρος που εκπροσωπεί.
Αμοιβή σε περίπτωση κοινής δραστηριότητας περισσοτέρων δικηγόρων § 19 Για υπηρεσίες που ανατίθενται από ένα μέρος από κοινού σε περισσότερους δικηγόρους, κάθε δικηγόρος έχει πλήρη αξίωση έναντι του μέρους που εκπροσωπεί για τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο.
Πληρεξούσιος επίδοσης
§ 20
Ο δικηγόρος που έχει οριστεί πληρεξούσιος επίδοσης, δικαιούται μόνο αποζημίωση των εξόδων για την αποστολή εγγράφων και αμοιβή για τη σύνταξη και διεκπεραίωση επιστολών.
Έλεγχος από το δικαστήριο· Αμοιβή πέραν του τιμοκαταλόγου
§ 21
(1) Η δικαστική αρμοδιότητα να εξετάζει την αναγκαιότητα και την σκοπιμότητα των επιμέρους υπηρεσιών παραμένει ανεπηρέαστη. Εάν σε μεμονωμένη περίπτωση η υπηρεσία του δικηγόρου υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο ως προς την έκταση ή το είδος, η αμοιβή για αυτήν πρέπει να καθοριστεί εύλογα, ανεξάρτητα από τον τιμοκατάλογο, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο και τον κόπο που δαπανήθηκαν. (2) Κάτω από τους συντελεστές του τιμοκαταλόγου, ακόμη και σε περίπτωση δικαστικού καθορισμού της αμοιβής για υπηρεσίες ίδιου ή παρόμοιου είδους που δεν υπάγονται στον τιμοκατάλογο, επιτρέπεται να πέσει κανείς μόνο εάν ο δικηγόρος δεν ζητά υψηλότερη αμοιβή.
Σημείωση
Εφαρμόζεται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004.
Για όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν προηγουμένως,
οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη ισχύουσα
μορφή τους (βλ. Άρθρο 10 § 2, BGBl. I Αρ. 113/2003).
Ξεχωριστά δικόγραφα
§ 22
Στην πολιτική δικαστική διαδικασία και στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (ασφαλιστικών μέτρων), τα δικόγραφα αποζημιώνονται χωριστά μόνο εάν δεν μπορούν να συνδεθούν με άλλα δικόγραφα ή εάν το δικαστήριο κρίνει την ξεχωριστή υποβολή τους ως αναγκαία ή σκόπιμη.
Ενιαίος συντελεστής για παρεπόμενες υπηρεσίες
§ 23
1) Κατά την αμοιβή υπηρεσιών που εμπίπτουν στα τιμολογιακά στοιχεία 1, 2, 3, 4 ή 7, οφείλεται ένας ενιαίος συντελεστής αντί όλων των παρεπόμενων υπηρεσιών που εμπίπτουν στα τιμολογιακά στοιχεία 5, 6 και 8 και αντί της αποζημίωσης για τα ταχυδρομικά τέλη στο εσωτερικό.
(2) Ο δικηγόρος μπορεί, ωστόσο, έναντι του μέρους που εκπροσωπεί, αντί του ενιαίου συντελεστή, να χρεώσει τις επιμέρους παρεπόμενες υπηρεσίες που αναφέρονται στην παρ. 1. Ο δικηγόρος μπορεί, ωστόσο, έναντι του μέρους που εκπροσωπεί, αντί του ενιαίου συντελεστή, να χρεώσει τις επιμέρους παρεπόμενες υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο ένα.
(3) Ο ενιαίος συντελεστής ανέρχεται, για αξία διαφοράς έως και 10.170 ευρώ, σε 60 %, και για αξία διαφοράς άνω των 10.170 ευρώ, σε 50 % του συνολικού εισοδήματος, εξαιρουμένων των εξόδων ταξιδίου, της αποζημίωσης για απώλεια χρόνου και των λοιπών εξόδων.
(4) Ο ενιαίος συντελεστής δεν περιλαμβάνει παρεπόμενες υπηρεσίες στο πλαίσιο εξωδικαστικών προφορικών ή γραπτών διαπραγματεύσεων, οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν ή κατά τη διάρκεια δικαστικής διαδικασίας για την αποφυγή δικαστικής διαδικασίας ή για την επίτευξη συμβιβασμού, εφόσον έχουν προκαλέσει σημαντική δαπάνη χρόνου και κόπου. Αυτές αποζημιώνονται σύμφωνα με το τιμολογιακό στοιχείο που ισχύει για κάθε επιμέρους υπηρεσία. Το ίδιο ισχύει για παρεπόμενες υπηρεσίες, εάν η νομική υπόθεση έχει περατωθεί πριν εκτελεστεί η κύρια υπηρεσία που αντιστοιχεί στις παρεπόμενες υπηρεσίες.
(5) Για υπηρεσίες που εμπίπτουν στα τιμολογιακά στοιχεία 3 Α Τμήμα II και III, τιμολογιακό στοιχείο 3 Β Τμήμα II, τιμολογιακό στοιχείο 3 C Τμήμα II ή τιμολογιακό στοιχείο 4 Τμήμα I Σημείο 5, 6, Τμήμα II, το μέρος του ενιαίου συντελεστή που αναλογεί σε αυτή την υπηρεσία επιδικάζεται διπλά, εάν ο δικηγόρος εκτελεί την υπηρεσία σε τόπο εκτός της έδρας του γραφείου του ή αναθέτει την εκτέλεση αυτής της υπηρεσίας σε άλλο δικηγόρο και δεν προβάλλει αξίωση για αποζημίωση εξόδων ταξιδίου και για αποζημίωση απώλειας χρόνου ή το δικαστήριο δεν του αναγνωρίζει τέτοια αξίωση, επειδή θα μπορούσε να είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρο εγκατεστημένο στον τόπο του δικαστηρίου. Για υπηρεσίες που εμπίπτουν στα τιμολογιακά στοιχεία 3 Α Τμήμα II και III, τιμολογιακό στοιχείο 3 Β Τμήμα II, τιμολογιακό στοιχείο 3 C Τμήμα II ή τιμολογιακό στοιχείο 4 Τμήμα I Σημείο 5, 6, Τμήμα II, το μέρος του ενιαίου συντελεστή που αναλογεί σε αυτή την υπηρεσία επιδικάζεται διπλά, εάν ο δικηγόρος εκτελεί την υπηρεσία σε τόπο εκτός της έδρας του γραφείου του ή αναθέτει την εκτέλεση αυτής της υπηρεσίας σε άλλο δικηγόρο και δεν προβάλλει αξίωση για αποζημίωση εξόδων ταξιδίου και για αποζημίωση απώλειας χρόνου ή το δικαστήριο δεν του αναγνωρίζει τέτοια αξίωση, επειδή θα μπορούσε να είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρο εγκατεστημένο στον τόπο του δικαστηρίου.
(6) Σε δικαστικές διαφορές στις οποίες πρέπει να εκδοθεί υπό όρο διαταγή πληρωμής ή στις οποίες διατάσσεται η απάντηση στην αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, – με την επιφύλαξη της παρ. 7 – επιδικάζεται διπλάσιο το μέρος του ενιαίου συντελεστή που αναλογεί σε αυτή την υπηρεσία και για την αγωγή, την απάντηση στην αγωγή και την ένσταση κατά της διαταγής πληρωμής. Σε δικαστικές διαφορές στις οποίες πρέπει να εκδοθεί υπό όρο διαταγή πληρωμής ή στις οποίες διατάσσεται η απάντηση στην αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, – με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, – επιδικάζεται διπλάσιο το μέρος του ενιαίου συντελεστή που αναλογεί σε αυτή την υπηρεσία και για την αγωγή, την απάντηση στην αγωγή και την ένσταση κατά της διαταγής πληρωμής. (7) Σε δικαστικές διαφορές στις οποίες ζητείται η καταβολή χρηματικού ποσού που δεν υπερβαίνει τα 360 ευρώ και πρέπει να εκδοθεί υπό όρο διαταγή πληρωμής, για τις αγωγές που αναφέρονται στο τιμολογιακό στοιχείο 2 οφείλεται ο ενιαίος συντελεστής σύμφωνα με την παρ. 3. Εάν υποβληθεί ένσταση κατά της διαταγής πληρωμής, τότε αντί αυτού επιδικάζεται διπλάσιος ο ενιαίος συντελεστής για την αγωγή. Σε δικαστικές διαφορές στις οποίες ζητείται η καταβολή χρηματικού ποσού που δεν υπερβαίνει τα 360 ευρώ και πρέπει να εκδοθεί υπό όρο διαταγή πληρωμής, για τις αγωγές που αναφέρονται στο τιμολογιακό στοιχείο 2 οφείλεται ο ενιαίος συντελεστής σύμφωνα με την παράγραφο 3. Εάν υποβληθεί ένσταση κατά της διαταγής πληρωμής, τότε αντί αυτού επιδικάζεται διπλάσιος ο ενιαίος συντελεστής για την αγωγή. (8) Για αιτήσεις έκδοσης άδειας εκτέλεσης καθώς και για αιτήσεις του επισπεύδοντος δανειστή σύμφωνα με το τιμολογιακό στοιχείο 3Α Τμήμα I Σημείο 2, επιδικάζεται διπλάσιο το μέρος του ενιαίου συντελεστή που αναλογεί σε αυτή την υπηρεσία. Για αιτήσεις έκδοσης άδειας εκτέλεσης καθώς και για αιτήσεις του επισπεύδοντος δανειστή σύμφωνα με το τιμολογιακό στοιχείο 3Α Τμήμα I Σημείο 2, επιδικάζεται διπλάσιο το μέρος του ενιαίου συντελεστή που αναλογεί σε αυτή την υπηρεσία. (9) Σε διαδικασίες έφεσης, στις οποίες δεν λαμβάνονται αποδείξεις ή δεν γίνονται άλλες συμπληρώσεις της διαδικασίας, για την έφεση και την απάντηση στην έφεση επιδικάζεται τριπλάσιο – σε περίπτωση διεξαγωγής συζήτησης έφεσης σύμφωνα με την παρ. 5 τετραπλάσιο – το μέρος του ενιαίου συντελεστή που αναλογεί σε αυτές τις υπηρεσίες· με αυτό καλύπτονται και όλες οι υπηρεσίες που συνδέονται με τη διεξαγωγή της συζήτησης έφεσης. Σε διαδικασίες έφεσης, στις οποίες δεν λαμβάνονται αποδείξεις ή δεν γίνονται άλλες συμπληρώσεις της διαδικασίας, για την έφεση και την απάντηση στην έφεση επιδικάζεται τριπλάσιο – σε περίπτωση διεξαγωγής συζήτησης έφεσης σύμφωνα με την παράγραφο 5, τετραπλάσιο – το μέρος του ενιαίου συντελεστή που αναλογεί σε αυτές τις υπηρεσίες· με αυτό καλύπτονται και όλες οι υπηρεσίες που συνδέονται με τη διεξαγωγή της συζήτησης έφεσης. (10) Η παρ. 9 δεν ισχύει για διαδικασίες έφεσης στις οποίες εφαρμόζεται το § 501 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Αύξηση της αμοιβής στην ηλεκτρονική δικαιοσύνη
§ 23α
Εάν το δικόγραφο που κινεί τη διαδικασία υποβληθεί μέσω ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, τότε ο δικηγόρος δικαιούται αύξηση της αμοιβής του κατά 5,00 ευρώ. Για περαιτέρω δικόγραφα που υποβάλλονται μέσω ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, ο δικηγόρος δικαιούται αύξηση της αμοιβής του κατά 2,60 ευρώ αντίστοιχα. Το αντίστοιχο ποσό αύξησης δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ενιαίου συντελεστή (§ 23) και της προσαύξησης για τους ομοδίκους (§ 15). Εάν σε υποθέσεις κτηματολογίου και μητρώου εταιρειών όλα τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να καταχωριστούν στη συλλογή εγγράφων του κτηματολογίου ή του μητρώου εταιρειών βάσει της αιτούμενης με την υποβολή καταχώρισης, διαβιβάζονται μέσω ηλεκτρονικής δικαιοσύνης, τότε ο δικηγόρος δικαιούται περαιτέρω αύξηση της αμοιβής του κατά 9,50 ευρώ.
Συνοπτική καταγραφή των εξόδων (Κανονικός τιμοκατάλογος εξόδων)
§ 24
(1) Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Δικαιοσύνης εξουσιοδοτείται να καταρτίσει, με διάταγμα, έναν υπολογισμό της αμοιβής που οφείλεται στον δικηγόρο για συνήθεις υπηρεσίες σε απλές και συχνά επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις (Κανονικός τιμοκατάλογος εξόδων). Αυτός ο τιμοκατάλογος μπορεί να επεκτείνεται μόνο
α) στην πολιτική δίκη σε αποφάσεις ερημοδικίας,
β) στοιχ. β) καταργήθηκε με το Άρθρο 13 Σημείο 1, ΦΕΚ I Αρ. 86/2021
γ) στην πολιτική δίκη και στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε αιτήσεις, για τις οποίες αποφασίζει το δικαστήριο χωρίς προφορική συζήτηση, με εξαίρεση τα ένδικα μέσα.
(2) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 1, τα έξοδα μπορούν να καταγραφούν κατά τρόπο ώστε να ζητείται η αποζημίωση των εξόδων και των τελών σύμφωνα με τον Κανονικό τιμοκατάλογο εξόδων.
Καθορισμός προσαυξήσεων
§ 25
Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Δικαιοσύνης εξουσιοδοτείται, σε συνεννόηση με την Κύρια Επιτροπή του Εθνικού Συμβουλίου, να καθορίσει, με διάταγμα, προσαύξηση στα σταθερά ποσά που αναφέρονται στον τιμοκατάλογο ως αμοιβή του δικηγόρου και στα ποσά που αναφέρονται στο § 23α, εάν και εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για να διασφαλιστεί στους δικηγόρους μια εύλογη αμοιβή που να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες. Η προκύπτουσα αμοιβή πρέπει να καθοριστεί στο διάταγμα· τα ποσά πρέπει να στρογγυλοποιούνται στα πλησιέστερα 10 λεπτά.
Τελικές και μεταβατικές διατάξεις
§ 26
(1) Ο παρών Ομοσπονδιακός Νόμος τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1969.
(2) Εφαρμόζεται στις υπηρεσίες των δικηγόρων που παρέχονται μετά την 30ή Ιουνίου 1969, εκτός εάν το ύψος της αμοιβής έχει συμφωνηθεί με το μέρος. (3) Με την έναρξη ισχύος του παρόντος Ομοσπονδιακού Νόμου καταργούνται: 1. ο Ομοσπονδιακός Νόμος της 4ης Ιουνίου 1923, BGBl. Αρ. 305, περί του τιμοκαταλόγου δικηγόρων, ο Ομοσπονδιακός Νόμος της 4ης Ιουνίου 1923, Bundesgesetzblatt Αρ. 305, περί του τιμοκαταλόγου δικηγόρων 2. η Διάταξη του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 14ης Ιανουαρίου 1954, BGBl. Αρ. 33, περί του τιμοκαταλόγου δικηγόρων, στην έκδοση της Διάταξης της 23ης Αυγούστου 1961, BGBl. Αρ. 218, της Ανακοίνωσης της 30ης Αυγούστου 1963, BGBl. Αρ. 232, και της Διάταξης της 20ης Ιουλίου 1964, BGBl. Αρ. 177. η Διάταξη του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης της 14ης Ιανουαρίου 1954, Bundesgesetzblatt Αρ. 33, περί του τιμοκαταλόγου δικηγόρων, στην έκδοση της Διάταξης της 23ης Αυγούστου 1961, Bundesgesetzblatt Αρ. 218, της Ανακοίνωσης της 30ης Αυγούστου 1963, Bundesgesetzblatt Αρ. 232, και της Διάταξης της 20ης Ιουλίου 1964, Bundesgesetzblatt Αρ. 177. (4) Τα §§ 23α και 25 στην έκδοση του Ομοσπονδιακού Νόμου BGBl. I Αρ. 90/2008 τίθενται σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2008. Εφαρμόζονται σε δικόγραφα που κατατίθενται στο δικαστήριο μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 2008. Οι παράγραφοι 23α και 25 στην έκδοση του Ομοσπονδιακού Νόμου Ομοσπονδιακή Εφημερίδα της Κυβερνήσεως Μέρος Πρώτο, Αρ. 90 του 2008, τίθενται σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2008. Εφαρμόζονται σε δικόγραφα που κατατίθενται στο δικαστήριο μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 2008. (5) Το άρθρο 10 σημείο 5 στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Εταιρικού Δικαίου 2013, ΦΕΚ I Αρ. 109/2013 , τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2013 και εφαρμόζεται σε αιτήσεις που κατατίθενται στο δικαστήριο μετά τις 30 Ιουνίου 2013. Η παράγραφος 10, σημείο 5, στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Εταιρικού Δικαίου 2013, Ομοσπονδιακή Εφημερίδα της Κυβερνήσεως Μέρος Πρώτο, Αρ. 109 του 2013, τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2013 και εφαρμόζεται σε αιτήσεις που κατατίθενται στο δικαστήριο μετά τις 30 Ιουνίου 2013. (6) Το άρθρο 10 σημείο 5 στην έκδοση του Ομοσπονδιακού Νόμου ΦΕΚ I Αρ. 13/2014 τίθεται σε ισχύ την 1η Μαρτίου 2014 και εφαρμόζεται σε αιτήσεις που κατατίθενται στο δικαστήριο μετά τις 28 Φεβρουαρίου 2014.
Έναρξη ισχύος και μεταβατικές διατάξεις από 1ης Ιανουαρίου 2017 Άρθρο 26α (1) Τα άρθρα 10 και 23 παρ. 5 καθώς και οι συντελεστές τιμολογίου 1 και 3 Γ στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Επαγγελματικού Δικαίου 2016, ΦΕΚ I Αρ. 10/2017 , τίθενται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2017. Οι συντελεστές τιμολογίου 1 και 3 Γ στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Επαγγελματικού Δικαίου 2016 εφαρμόζονται σε υπηρεσίες που παρέχονται μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016. Τα άρθρα 10 και 23 παράγραφος 5, καθώς και οι συντελεστές τιμολογίου 1 και 3 Γ στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Επαγγελματικού Δικαίου 2016, Ομοσπονδιακή Εφημερίδα της Κυβερνήσεως Μέρος Πρώτο, Αρ. 10 του 2017, τίθενται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2017. Οι συντελεστές τιμολογίου 1 και 3 Γ στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Επαγγελματικού Δικαίου 2016 εφαρμόζονται σε υπηρεσίες που παρέχονται μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016. (2) Τα άρθρα 10, 12, 14 και ο συντελεστής τιμολογίου 3 Β στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Επαγγελματικού Δικαίου 2020, ΦΕΚ I Αρ. 19/2020 , τίθενται σε ισχύ την 1η Απριλίου 2020. Τα άρθρα 10, 12 και 14 στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Επαγγελματικού Δικαίου 2020 εφαρμόζονται σε υπηρεσίες δικηγόρων που παρέχονται μετά τις 31 Μαρτίου 2020. Τα άρθρα 10, 12, 14 και ο συντελεστής τιμολογίου 3 Β στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Επαγγελματικού Δικαίου 2020, Ομοσπονδιακή Εφημερίδα της Κυβερνήσεως Μέρος Πρώτο, Αρ. 19 του 2020, τίθενται σε ισχύ την 1η Απριλίου 2020. Τα άρθρα 10, 12 και 14 στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Επαγγελματικού Δικαίου 2020 εφαρμόζονται σε υπηρεσίες δικηγόρων που παρέχονται μετά τις 31 Μαρτίου 2020. (3) Το άρθρο 10, ο συντελεστής τιμολογίου 2 Τμήμα I σημείο 1 στοιχεία β και γ, ο συντελεστής τιμολογίου 3 Α Τμήμα I σημείο 1 στοιχείο β και ο συντελεστής τιμολογίου 4 Τμήμα I σημείο 2 στην έκδοση του Ομοσπονδιακού Νόμου ΦΕΚ I. Αρ. 148/2020 τίθενται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2021. (4) Το άρθρο 24 παρ. 1 και ο συντελεστής τιμολογίου 1 Τμήμα III στην έκδοση του Ομοσπονδιακού Νόμου για τη Συνολική Μεταρρύθμιση του Δικαίου Εκτέλεσης – GREx, ΦΕΚ I Αρ. 86/2021 , τίθενται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2021. (5) Το άρθρο 3, ο συντελεστής τιμολογίου 1 Τμήμα IV, ο συντελεστής τιμολογίου 2 Τμήμα I σημείο 4 και Τμήμα II σημείο 4 καθώς και ο συντελεστής τιμολογίου 3 Α Τμήμα I σημείο 4 στοιχείο α στην έκδοση του Νόμου Εφαρμογής της Οδηγίας για την Αναδιάρθρωση και την Αφερεγγυότητα, ΦΕΚ I Αρ. 147/2021 , τίθενται σε ισχύ στις 17 Ιουλίου 2021. (6) Το άρθρο 10 σημείο 5 στην έκδοση του Νόμου Τροποποίησης του Εταιρικού Δικαίου 2023, ΦΕΚ I Αρ. 179/2023 , τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2024 και εφαρμόζεται σε αιτήσεις που κατατίθενται στο δικαστήριο μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2023. (7) Τα άρθρα 7α και 15 καθώς και ο συντελεστής τιμολογίου 1, ο συντελεστής τιμολογίου 2 Τμήμα I σημείο 1 στοιχείο α και Τμήμα III, ο συντελεστής τιμολογίου 3 Α Τμήμα IV, ο συντελεστής τιμολογίου 3 Β Τμήμα III και ο συντελεστής τιμολογίου 3 Γ Τμήμα IV στην έκδοση της Τροποποίησης Εφαρμογής της Οδηγίας για τις Συλλογικές Αγωγές, ΦΕΚ I Αρ. 85/2024 , τίθενται σε ισχύ την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευση.
Άρθρο 27 Με την εκτέλεση αυτού του Ομοσπονδιακού Νόμου επιφορτίζεται ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Δικαιοσύνης.
Τιμολόγιο
Συντελεστής τιμολογίου 1
I. Σε όλες τις διαδικασίες για τα ακόλουθα δικόγραφα:
α) απλές ανακοινώσεις, υποβολές εγγράφων και κοινοποιήσεις προς το δικαστήριο· β) αιτήσεις στο δικαστήριο και σε άλλες αρχές για παροχή πληροφοριών, βεβαιώσεων, πιστοποιητικών, αντιγράφων ή εκδόσεων, για πρόσβαση σε αρχεία ή για επιστροφή παραρτημάτων· γ) αιτήσεις και δηλώσεις που αφορούν προθεσμίες, δικάσιμους, επιδόσεις και παρόμοιες διαδικασίες της διαδικασίας· δ) αιτήσεις για καθορισμό εξόδων· ε) ανάκληση ή καταγγελία πληρεξουσίων· στ) απόσυρση αιτήσεων ή ένδικων μέσων, δηλώσεις παραίτησης· ζ) απόδειξη συμφωνίας και κοινοποίηση της ανάκλησής της σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 EIRAG·
II. στην πολιτική δίκη:
α) αιτήσεις για διορισμό επιμελητή για τον αντίδικο· β) δηλώσεις παρέμβασης του παρεμβαίνοντος· γ) αιτήσεις για τροποποίηση της βάσης υπολογισμού σύμφωνα με τις §§ 7 και 8 και σχετικές δηλώσεις· δ) απόσυρση αγωγών· ε) ανακοπές κατά διαταγής πληρωμής που περιορίζονται απλώς στην άσκηση της ανακοπής· στ) αιτήσεις για επανέναρξη αναστελλόμενης ή διακοπτόμενης διαδικασίας, αιτήσεις για ορισμό δικασίμου για προφορική συζήτηση σύμφωνα με § 398 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας· ζ) αιτήσεις για διόρθωση αποφάσεων ή διατάξεων· η) γραπτές δηλώσεις έφεσης· θ) απαντήσεις σε έφεση που περιέχουν μόνο το αίτημα για ορισμό προφορικής συζήτησης έφεσης χωρίς περαιτέρω αναπτύξεις·
IIα. στην εκούσια δικαιοδοσία:
α) αιτήσεις για διορισμό επιμελητή·
β) αιτήσεις για τροποποίηση της βάσης υπολογισμού σύμφωνα με τις §§ 7 και 8 και σχετικές δηλώσεις·
γ) αιτήσεις για επανέναρξη αναστελλόμενης ή διακοπτόμενης διαδικασίας καθώς και μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής·
δ) αιτήσεις για διόρθωση διατάξεων·
III. στη διαδικασία εκτέλεσης: α) αιτήσεις για εκτέλεση επί κινητών σωματικών πραγμάτων σύμφωνα με § 249α παρ. 1 αρ. 4 EO·
β) αιτήσεις για νέα εκτέλεση ή για ορισμό νέου πλειστηριασμού·
γ) δηλώσεις σχετικά με την ανάληψη του χρέους σύμφωνα με § 169 αρ. 2 EO και § 223 παρ. 1 EO·
δ) δήλωση του ποσού αποζημίωσης σύμφωνα με § 211 EO·
ε) ανακοπές σύμφωνα με § 54γ EO και καταθέσεις τίτλων σύμφωνα με § 54δ EO·
στ) αιτήσεις αναστολής και περιορισμού σύμφωνα με § 39 παρ. 1 αρ. 6 ή § 148 αρ. 2 EO·
ζ) αιτήσεις σύμφωνα με §§ 47 ή 48 EO συμπεριλαμβανομένων των αιτήσεων για συμπλήρωση ή διευκρίνιση της κατάστασης περιουσίας καθώς και των προτάσεων σύμφωνα με § 47 παρ. 4 EO·
η) αναγγελίες απαιτήσεων·
IV. στη διαδικασία αφερεγγυότητας και αναδιάρθρωσης: α) αιτήσεις για έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας, εφόσον δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 3· β) αναγγελίες απαιτήσεων στη διαδικασία αναδιάρθρωσης:
με βάση υπολογισμού
έως και 40 ευρώ 4,20 ευρώ, άνω των 40 ευρώ έως και 70 ευρώ 5,90 ευρώ, άνω των 70 ευρώ έως και 110 ευρώ 7,50 ευρώ, άνω των 110 ευρώ έως και 180 ευρώ 8,40 ευρώ, άνω των 180 ευρώ έως και 360 ευρώ 9,20 ευρώ, άνω των 360 ευρώ έως και 730 ευρώ 11,10 ευρώ, άνω των 730 ευρώ έως και 1.090 ευρώ 14,80 ευρώ, άνω των 1.090 ευρώ έως και 1.820 ευρώ 16,10 ευρώ, άνω των 1.820 ευρώ έως και 3.630 ευρώ 17,90 ευρώ, άνω των 3.630 ευρώ έως και 5.450 ευρώ 21,50 ευρώ, άνω των 5.450 ευρώ έως και 7.270 ευρώ 26,60 ευρώ, άνω των 7.270 ευρώ έως και 10.170 ευρώ 35,10 ευρώ,
άνω των 10.170 ευρώ έως και 34.820 ευρώ για κάθε επιπλέον 1.450 ευρώ που ξεκινά επιπλέον 2,70 ευρώ, για κάθε επιπλέον 1.450 ευρώ που ξεκινά επιπλέον 4,20 ευρώ, άνω των 34.820 ευρώ έως και 36.340 ευρώ επιπλέον 4,20 ευρώ , άνω των 36.340 ευρώ έως και 363.360 ευρώ επιπλέον από το υπερβάλλον ποσό άνω των 36.340 ευρώ 0,1 τοις χιλίοις, άνω των 363.360 ευρώ επιπλέον από το υπερβάλλον ποσό άνω των 363.360 ευρώ 0,05 τοις χιλίοις,
ωστόσο ποτέ περισσότερο από 312,20 ευρώ ή ποτέ περισσότερο από 225,20 ευρώ σε διαδικασίες συλλογικών αγωγών για επανόρθωση σύμφωνα με §§ 623 επ. ΚΠολΔ.
Σημείωση για τη θέση τιμολογίου 1:
Στις διαδικασίες εκτέλεσης επί κινητών σωματικών πραγμάτων και επί χρηματικών απαιτήσεων, με την αμοιβή της αίτησης εκτέλεσης ή της αίτησης του επισπεύδοντος δανειστή σύμφωνα με τη θέση τιμολογίου 3Α τμήμα I αρ. 2 καλύπτονται επίσης όλα τα δικόγραφα του επισπεύδοντος δανειστή που εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 1 και κατατίθενται εντός δέκα μηνών από την έγκριση της εκτέλεσης.
Θέση τιμολογίου 2
I. Για τα ακόλουθα δικόγραφα:
1. στην πολιτική δίκη:
α) δηλώσεις προσχώρησης σύμφωνα με § 628 ΚΠολΔ καθώς και οι σχετικές δηλώσεις·
β) αγωγές υπολοίπου, αγωγές δανείων, αγωγές για πληρωμή τιμήματος κινητών πραγμάτων ή αμοιβής για εργασίες και υπηρεσίες, αγωγές για πληρωμή ασφαλίστρων ή εισφορών σε νομικά πρόσωπα, αγωγές για πληρωμή μισθώματος, αγωγές και αιτήσεις σύμφωνα με § 549 ΚΠολΔ, αγωγές διαταγής πληρωμής συναλλαγματικής και αγωγές αναγωγής επιταγής, εφόσον είναι δυνατή μια σύντομη παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών·
γ) Απαντήσεις σε αγωγές, αντιρρήσεις κατά ερήμην αποφάσεων, ενστάσεις κατά διαταγών πληρωμής και αντιρρήσεις κατά διαταγών πληρωμής καθώς και κατά διαταγών παράλειψης σύμφωνα με το άρθρο 549 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον αυτά τα δικόγραφα δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 1 και περιορίζονται στην απλή αμφισβήτηση των ισχυρισμών της αγωγής και στο αίτημα απόρριψης της αγωγής ή ακύρωσης της διαταγής πληρωμής ή παράλειψης, επιπλέον απαντήσεις σε αγωγές, αντιρρήσεις κατά ερήμην αποφάσεων, ενστάσεις κατά διαταγών πληρωμής και αντιρρήσεις κατά διαταγών πληρωμής καθώς και κατά διαταγών παράλειψης σύμφωνα με το άρθρο 549 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον αφορούν αγωγές σύμφωνα με το στοιχείο β, δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 1 και είναι δυνατή μια σύντομη παρουσίαση των γεγονότων και περιστάσεων στις οποίες βασίζονται οι ενστάσεις, τα αιτήματα και οι αντιρρήσεις του εναγομένου.
δ) καταγγελίες και αιτήσεις σύμφωνα με το § 567 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθώς και ενστάσεις κατά αυτών, όταν αυτά τα δικόγραφα περιορίζονται στην αναφορά ή αμφισβήτηση των λόγων καταγγελίας και δεν περιέχουν έκθεση πραγματικών περιστατικών·
ε) λοιπά δικόγραφα που δεν αναφέρονται στη θέση τιμολογίου 1 ή 3,
2. στη διαδικασία εκτέλεσης:
για όλα τα δικόγραφα που δεν αναφέρονται στη θέση τιμολογίου 1 ή 3,
3. στη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας:
α) σύντομες αιτήσεις για εγγραφές στο κτηματολόγιο ή σε δημόσια μητρώα,
β) αιτήσεις για έναρξη διαδικασίας κήρυξης εγγράφων ως άκυρων,
γ) αιτήσεις κατάθεσης και αιτήσεις απόδοσης,
δ) αιτήσεις έναρξης διαδικασίας, εφόσον είναι δυνατή μια σύντομη παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών,
ε) δηλώσεις επί αιτήσεων έναρξης διαδικασίας που περιορίζονται στην απλή αμφισβήτηση των ισχυρισμών της αίτησης και στο αίτημα απόρριψης,
στ) λοιπά δικόγραφα που δεν αναφέρονται στη θέση τιμολογίου 1 ή 3,
4. στη διαδικασία αφερεγγυότητας και αναδιάρθρωσης:
για όλα τα δικόγραφα ενός πιστωτή που δεν αναφέρονται στις θέσεις τιμολογίου 1 ή 3:
με βάση υπολογισμού
έως και 40 ευρώ 17,90 ευρώ,
άνω των 40 ευρώ έως και 70 ευρώ 26,60 ευρώ,
άνω των 70 ευρώ έως και 110 ευρώ 35,10 ευρώ,
άνω των 110 ευρώ έως και 180 ευρώ 38,70 ευρώ,
άνω των 180 ευρώ έως και 360 ευρώ 43,70 ευρώ,
άνω των 360 ευρώ έως και 730 ευρώ 52,50 ευρώ,
άνω των 730 ευρώ έως και 1.090 ευρώ 69,80 ευρώ,
πάνω από 1.090 ευρώ έως και 1.820 ευρώ 78,60 ευρώ,
πάνω από 1.820 ευρώ έως και 3.630 ευρώ 87,00 ευρώ,
πάνω από 3.630 ευρώ έως και 5.450 ευρώ 104,60 ευρώ,
πάνω από 5.450 ευρώ έως και 7.270 ευρώ 130,20 ευρώ,
πάνω από 7.270 ευρώ έως και 10.170 ευρώ 173,80 ευρώ,
άνω των 10.170 ευρώ έως και 34.820 ευρώ
για κάθε επιπλέον 1.450 ευρώ που ξεκινά
επιπλέον 17,90 ευρώ,
άνω των 34.820 ευρώ έως και 36.340 ευρώ
επιπλέον 17,90 ευρώ,
άνω των 36.340 ευρώ έως και 363.360 ευρώ
επιπλέον από το υπερβάλλον ποσό
πάνω από 36.340 ευρώ 0,5 τοις χιλίοις,
άνω των 363.360 ευρώ
επιπλέον από το υπερβάλλον ποσό
πάνω από 363.360 ευρώ 0,25 τοις χιλίοις,
ωστόσο ποτέ περισσότερο από 1.558,20 ευρώ
II. για τις ακόλουθες δικάσιμους:
1. στην πολιτική δίκη:
α) (Σημ.: καταργήθηκε με το ΦΕΚ I αρ. 93/2003)
β) δικάσιμοι που αναβάλλονται πριν φτάσουν σε ακροαματική διαδικασία,
γ) δικάσιμοι που, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, οδηγούν σε ερήμην απόφαση, απόφαση αναγνώρισης ή παραίτησης ή σε συμβιβασμό,
δ) δικάσιμοι που ορίζονται αποκλειστικά για σκοπούς συμβιβασμού,
ε) δικάσιμοι ενώπιον του εντεταλμένου ή εξουσιοδοτημένου δικαστή, όπου η διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας δεν πραγματοποιήθηκε λόγω μη εμφάνισης των προσώπων που πρόκειται να εξεταστούν,
2. στη διαδικασία εκτέλεσης:
α) δικάσιμοι κατά τις οποίες οι διάδικοι εξετάζονται μόνο εκτός ακροαματικής διαδικασίας και δεν εξυπηρετούν τη διεξαγωγή αποδείξεων, εφόσον δεν εμπίπτουν στη δασμολογική κλάση 3,
β) (Σημ.: καταργήθηκε με το ΦΕΚ I αρ. 68/2005)
3. στη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας:
α) δικάσιμοι που αναβάλλονται πριν φτάσουν σε ακροαματική διαδικασία,
β) δικάσιμοι που εξυπηρετούν αποκλειστικά τη σύναψη συμβιβασμού,
γ) δικάσιμοι ενώπιον του εντεταλμένου ή εξουσιοδοτημένου δικαστή, όπου η διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας δεν πραγματοποιήθηκε λόγω μη εμφάνισης των προσώπων που πρόκειται να εξεταστούν,
4. στη διαδικασία αφερεγγυότητας και αναδιάρθρωσης:
Δικάσιμοι κατά τις οποίες ο δικηγόρος παρίσταται ως εκπρόσωπος του πιστωτή:
για την πρώτη ώρα κάθε δικασίμου η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα Ι, αλλά ποτέ περισσότερο από 1.039,70 ευρώ, για κάθε επιπλέον ώρα, έστω και αν έχει μόνο ξεκινήσει, το μισό αυτής της αμοιβής, αλλά ποτέ περισσότερο από 520 ευρώ.
Σημειώσεις για τη δασμολογική κλάση 2:
1. (Σημ.: καταργήθηκε με το ΦΕΚ αρ. 519/1995)
2. Για τον χρόνο αναμονής για μια ημερήσια συνεδρίαση που αναφέρεται στη θέση τιμολογίου 2, μετά από μισή ώρα αναμονής μέχρι τη διενέργεια της επίσημης πράξης, οφείλεται για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη μισή ώρα, το ένα τέταρτο της αμοιβής σύμφωνα με τη θέση τιμολογίου 2, αλλά ποτέ περισσότερο από 6 ευρώ (Σημ. 15) για τη μισή ώρα. Για τον χρόνο αναμονής για μια ημερήσια συνεδρίαση που αναφέρεται στη θέση τιμολογίου 2, μετά από μισή ώρα αναμονής μέχρι τη διενέργεια της επίσημης πράξης, οφείλεται για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη μισή ώρα, το ένα τέταρτο της αμοιβής σύμφωνα με τη θέση τιμολογίου 2, αλλά ποτέ περισσότερο από 6 ευρώ (Σημείωση 15) για τη μισή ώρα. 3. Εάν ο δικηγόρος έχει εμφανιστεί σε μια ημερήσια συνεδρίαση που αναφέρεται στη θέση τιμολογίου 2, για την οποία δεν έχει ειδοποιηθεί έγκαιρα για την ακύρωσή της ή η οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί λόγω έλλειψης αποδεικτικού επίδοσης, οφείλεται το ήμισυ της αμοιβής σύμφωνα με τη θέση τιμολογίου 2, αλλά ποτέ περισσότερο από 11,90 ευρώ. III. Στις διαδικασίες ομαδικής αγωγής για επανόρθωση σύμφωνα με τις §§ 623 επ. ZPO, για τα έγγραφα που αναφέρονται στην ενότητα I Z 1 και για την πρώτη ώρα των ημερήσιων συνεδριάσεων που αναφέρονται στην ενότητα II Z 1, οφείλεται η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα I, αλλά ποτέ περισσότερο από 1.068,70 ευρώ. για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη ώρα μιας ημερήσιας συνεδρίασης, οφείλεται το ήμισυ αυτής της αμοιβής, αλλά ποτέ περισσότερο από 534,40 ευρώ. III. Στις διαδικασίες ομαδικής αγωγής για επανόρθωση σύμφωνα με τις παραγράφους 623 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPO), για τα έγγραφα που αναφέρονται στην ενότητα I σημείο 1 και για την πρώτη ώρα των ημερήσιων συνεδριάσεων που αναφέρονται στην ενότητα II σημείο 1, οφείλεται η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα I, αλλά ποτέ περισσότερο από 1.068,70 ευρώ. για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη ώρα μιας ημερήσιας συνεδρίασης, οφείλεται το ήμισυ αυτής της αμοιβής, αλλά ποτέ περισσότερο από 534,40 ευρώ.
Θέση τιμολογίου 3
A
I. Για τα ακόλουθα έγγραφα:
1. στην πολιτική δίκη:
α) Αγωγές, εφόσον δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 2·
β) Απαντήσεις σε αγωγές, αντιρρήσεις κατά αποφάσεων ερήμην, ενστάσεις κατά διαταγών πληρωμής και αντιρρήσεις κατά εντολών πληρωμής καθώς και κατά εντολών παράλειψης σύμφωνα με την § 549 ZPO, εφόσον τα έγγραφα αυτά δεν εμπίπτουν ούτε στη θέση τιμολογίου 1 ούτε στη θέση τιμολογίου 2·
γ) Καταγγελίες και αιτήσεις σύμφωνα με την § 567 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθώς και αντιρρήσεις κατά αυτών, εφόσον δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 2·
δ) Προπαρασκευαστικά έγγραφα, τα οποία είναι επιτρεπτά σύμφωνα με την § 257 παρ. 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διατάσσονται από το δικαστήριο·
ε) Αιτήσεις για διασφάλιση αποδείξεων·
2. Στη διαδικασία εκτέλεσης:
Αιτήσεις για κήρυξη εκτελεστών πράξεων και εγγράφων που έχουν συνταχθεί στο εξωτερικό, εφόσον συνδέονται με αίτηση εκτέλεσης, και αντιρρήσεις κατά της κήρυξης εκτελεστότητας.
3. Στην εξώδικη διαδικασία:
α) Έγγραφα έναρξης διαδικασίας, εφόσον δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 2·
β) Δηλώσεις σχετικά με έγγραφα έναρξης διαδικασίας, εφόσον δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 2·
γ) Έγγραφα που έχουν ανατεθεί και έγγραφα που περιέχουν πραγματικά περιστατικά, εφόσον δεν είναι δυνατή μια σύντομη παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών ή η επιχειρηματολογία περιορίζεται στην απλή αμφισβήτηση και την αίτηση απόρριψης·
4. Στη διαδικασία αφερεγγυότητας και αναδιάρθρωσης:
α) Αιτήσεις για έναρξη διαδικασίας εξυγίανσης με αυτοδιαχείριση και για έναρξη διαδικασίας αναδιάρθρωσης·
β) Έγγραφα στα οποία προβάλλεται δικαίωμα χωρισμού ή εξαίρεσης·
5. Σε όλες τις διαδικασίες:
α) Αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγών, δηλώσεις του αντιδίκου του θιγόμενου μέρους σχετικά με τέτοιες αιτήσεις και αντιρρήσεις κατά της εγκριθείσας προσωρινής διαταγής·
β) Προσφυγές κόστους και απαντήσεις σε προσφυγές κόστους:
με βάση υπολογισμού
έως και 40 ευρώ 35,10 ευρώ,
άνω των 40 ευρώ έως και 70 ευρώ 52,50 ευρώ,
άνω των 70 ευρώ έως και 110 ευρώ 69,80 ευρώ,
άνω των 110 ευρώ έως και 180 ευρώ 76,80 ευρώ,
άνω των 180 ευρώ έως και 360 ευρώ 87,00 ευρώ,
άνω των 360 ευρώ έως και 730 ευρώ 104,60 ευρώ,
άνω των 730 ευρώ έως και 1.090 ευρώ 92,70 ευρώ,
άνω των 1.090 ευρώ έως και 1.820 ευρώ 139,10 ευρώ,
άνω των 1.820 ευρώ έως και 3.630 ευρώ 156,20 ευρώ,
άνω των 3.630 ευρώ έως και 5.450 ευρώ 173,80 ευρώ,
άνω των 5.450 ευρώ έως και 7.270 ευρώ 208,20 ευρώ,
άνω των 7.270 ευρώ έως και 10.170 ευρώ 260,20 ευρώ,
άνω των 10.170 ευρώ έως και 34.820 ευρώ
για κάθε ξεκίνητη επιπλέον 1.450 ευρώ, επιπλέον 35,10 ευρώ,
άνω των 34.820 ευρώ έως και 36.340 ευρώ
επιπλέον 35,10 ευρώ,
άνω των 36.340 ευρώ έως και 363.360 ευρώ
επιπλέον από το επιπλέον ποσό
άνω των 36.340 ευρώ 1‰,
άνω των 363.360 ευρώ
επιπλέον από το επιπλέον ποσό
άνω των 363.360 ευρώ 0,5‰,
αλλά ποτέ περισσότερο από 20.770,60 ευρώ·
II. για τις ακόλουθες ημερήσιες συνεδριάσεις:
1. στην πολιτική δίκη και στην εξώδικη διαδικασία:
για όλες τις ημερήσιες συνεδριάσεις, εφόσον δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 2·
2. Στη διαδικασία εκτέλεσης:
α) Ημερήσιες συνεδριάσεις με λήψη αποδείξεων·
β) Ημερήσιες συνεδριάσεις στις οποίες συμμετέχουν περισσότερα μέρη ή συμμετέχοντες που δεν εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο ή στις οποίες συζητούνται αντιφατικές αιτήσεις:
για την πρώτη ώρα κάθε ημερήσιας συνεδρίασης η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα I, αλλά ποτέ περισσότερο από 13.860,20 ευρώ, για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη ώρα μιας ημερήσιας συνεδρίασης το ήμισυ αυτής της αμοιβής, αλλά ποτέ περισσότερο από 6.930,20 ευρώ.
III. Για τη συμμετοχή στη λήψη πραγματογνωμοσύνης από πραγματογνώμονα, σε όλες τις διαδικασίες, οφείλεται η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα II, εφόσον η προσέλκυση των εκπροσώπων των μερών γίνεται κατόπιν ρητής εντολής του δικαστηρίου.
IV. Στις διαδικασίες ομαδικής αγωγής για επανόρθωση σύμφωνα με τις §§ 623 επ. ZPO, για τα έγγραφα που αναφέρονται στην ενότητα I Z 1 και 5 και για την πρώτη ώρα των ημερήσιων συνεδριάσεων που αναφέρονται στην ενότητα II Z 1, οφείλεται η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα I, αλλά ποτέ περισσότερο από 2.123,70 ευρώ· για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη ώρα μιας ημερήσιας συνεδρίασης, οφείλεται το ήμισυ αυτής της αμοιβής, αλλά ποτέ περισσότερο από 1.061,90 ευρώ.
B
I. Για εφέσεις, απαντήσεις σε εφέσεις, εφόσον δεν εμπίπτουν στη θέση τιμολογίου 1, προσφυγές και απαντήσεις σε προσφυγές, εφόσον δεν εμπίπτουν στο μέρος A ή C, καθώς και καταγγελίες:
με βάση υπολογισμού
έως και 40 ευρώ 43,70 ευρώ,
άνω των 40 ευρώ έως και 70 ευρώ 65,40 ευρώ,
άνω των 70 ευρώ έως και 110 ευρώ 87,00 ευρώ,
άνω των 110 ευρώ έως και 180 ευρώ 96,00 ευρώ,
άνω των 180 ευρώ έως και 360 ευρώ 108,60 ευρώ,
άνω των 360 ευρώ έως και 730 ευρώ 130,20 ευρώ,
άνω των 730 ευρώ έως και 1.090 ευρώ 173,80 ευρώ,
άνω των 1.090 ευρώ έως και 1.820 ευρώ 195,20 ευρώ,
άνω των 1.820 ευρώ έως και 3.630 ευρώ 216,90 ευρώ,
άνω των 3.630 ευρώ έως και 5.450 ευρώ 260,20 ευρώ,
άνω των 5.450 ευρώ έως και 7.270 ευρώ 325,00 ευρώ,
άνω των 7.270 ευρώ έως και 10.170 ευρώ 433,20 ευρώ,
άνω των 10.170 ευρώ έως και 34.820 ευρώ
για κάθε ξεκίνητη επιπλέον 1.450 ευρώ, επιπλέον 43,70 ευρώ,
άνω των 34.820 ευρώ έως και 36.340 ευρώ
επιπλέον 43,70 ευρώ,
άνω των 36.340 ευρώ έως και 363.360 ευρώ
επιπλέον από το επιπλέον ποσό
άνω των 36.340 ευρώ 1,25‰,
άνω των 363.360 ευρώ
επιπλέον από το επιπλέον ποσό
άνω των 363.360 ευρώ 0,625‰,
αλλά ποτέ περισσότερο από 25.963,20 ευρώ·
Ia. για έγγραφα σύμφωνα με την § 473a ZPO το ήμισυ της αμοιβής που καθορίζεται στην ενότητα I·
II. για προφορικές συζητήσεις σχετικά με μια έφεση ή μια προσφυγή:
για την πρώτη ώρα κάθε συζήτησης η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα I, αλλά ποτέ περισσότερο από 25.963,20 ευρώ,
για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη ώρα μιας συζήτησης το ήμισυ αυτής της αμοιβής, αλλά ποτέ περισσότερο από 12.981,80 ευρώ.
C
I. Για αναθεωρήσεις, απαντήσεις σε αναθεωρήσεις, προσφυγές αναθεώρησης, απαντήσεις σε προσφυγές αναθεώρησης καθώς και προσφυγές και απαντήσεις σε προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο:
με βάση υπολογισμού
έως και 40 ευρώ 52,50 ευρώ,
άνω των 40 ευρώ έως και 70 ευρώ 78,60 ευρώ,
άνω των 70 ευρώ έως και 110 ευρώ 104,60 ευρώ,
άνω των 110 ευρώ έως και 180 ευρώ 115,00 ευρώ,
άνω των 180 ευρώ έως και 360 ευρώ 130,20 ευρώ,
άνω των 360 ευρώ έως και 730 ευρώ 156,20 ευρώ,
άνω των 730 ευρώ έως και 1.090 ευρώ 208,20 ευρώ,
άνω των 1.090 ευρώ έως και 1.820 ευρώ 234,40 ευρώ,
άνω των 1.820 ευρώ έως και 3.630 ευρώ 260,20 ευρώ,
άνω των 3.630 ευρώ έως και 5.450 ευρώ 312,20 ευρώ,
άνω των 5.450 ευρώ έως και 7.270 ευρώ 390,00 ευρώ,
άνω των 7.270 ευρώ έως και 10.170 ευρώ 519,60 ευρώ,
άνω των 10.170 ευρώ έως και 34.820 ευρώ
για κάθε ξεκίνητη επιπλέον 1.450 ευρώ, επιπλέον 52,50 ευρώ,
άνω των 34.820 ευρώ έως και 36.340 ευρώ
επιπλέον 52,50 ευρώ,
άνω των 36.340 ευρώ έως και 363.360 ευρώ
επιπλέον από το επιπλέον ποσό
άνω των 36.340 ευρώ 1,5‰,
άνω των 363.360 ευρώ
επιπλέον από το επιπλέον ποσό
άνω των 363.360 ευρώ 0,75‰,
αλλά ποτέ περισσότερο από 31.155,80 ευρώ·
II. για προφορικές συζητήσεις σχετικά με αναθεωρήσεις ή προσφυγές αναθεώρησης:
για την πρώτη ώρα κάθε συζήτησης η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα I, αλλά ποτέ περισσότερο από 31.155,80 ευρώ,
για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη ώρα μιας συζήτησης το ήμισυ αυτής της αμοιβής, αλλά ποτέ περισσότερο από 15.578,00 ευρώ·
III. για προφορικές συζητήσεις σε διαδικασίες προδικαστικής απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το διπλάσιο ποσό της αμοιβής που προκύπτει σύμφωνα με την ενότητα II.
Σημειώσεις για τη θέση τιμολογίου 3:
1. Τα ποσά που αναφέρονται στη θέση τιμολογίου 3 C περιλαμβάνουν επίσης την αμοιβή για αιτήσεις που υποβάλλονται στο εφετείο ή στο δικαστήριο προσφυγών για τροποποίηση της απόφασης σχετικά με το παραδεκτό του ένδικου μέσου.
2. Για τον χρόνο αναμονής για μια ημερήσια συνεδρίαση που αναφέρεται στη θέση τιμολογίου 3, μετά από μισή ώρα αναμονής μέχρι τη διενέργεια της επίσημης πράξης, οφείλεται για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη μισή ώρα, το ένα τέταρτο της αμοιβής σύμφωνα με τη θέση τιμολογίου 2, αλλά ποτέ περισσότερο από 17,90 ευρώ για τη μισή ώρα· ο χρόνος διαβούλευσης του δικαστηρίου προσμετράται στον χρόνο αναμονής.
3. Εάν ο δικηγόρος έχει εμφανιστεί σε μια ημερήσια συνεδρίαση που αναφέρεται στη θέση τιμολογίου 3, για την οποία δεν έχει ειδοποιηθεί έγκαιρα για την ακύρωσή της ή η οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί λόγω έλλειψης αποδεικτικού επίδοσης, οφείλεται το ήμισυ της αμοιβής σύμφωνα με τη θέση τιμολογίου 2, αλλά ποτέ περισσότερο από 35,10 ευρώ.
4. Σε περίπτωση σύνδεσης της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγών με την αγωγή, με μια αίτηση έναρξης διαδικασίας ή με μια αίτηση εκτέλεσης, σε περίπτωση αιτήσεων για έγκριση χωριστής κατοικίας σε υποθέσεις γάμου, οφείλεται αύξηση κατά 10%, σε περίπτωση άλλων αιτήσεων κατά 25% της αμοιβής που αναλογεί στο έγγραφο.
5. Σε περίπτωση σύνδεσης της πρότασης για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με ένα έγγραφο ένδικου μέσου, εάν η πρόταση είναι διεξοδικά νομικά αιτιολογημένη, οφείλεται αύξηση κατά 50% της αμοιβής που αναλογεί στο έγγραφο.
IV. Στις διαδικασίες ομαδικής αγωγής για επανόρθωση σύμφωνα με τις §§ 623 επ. ZPO, για τα έγγραφα που αναφέρονται στην ενότητα I και για την πρώτη ώρα των συζητήσεων που αναφέρονται στην ενότητα II, οφείλεται η αμοιβή που καθορίζεται στην ενότητα I, αλλά ποτέ περισσότερο από 3.182,60 ευρώ· για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητη ώρα μιας συζήτησης, οφείλεται το ήμισυ αυτής της αμοιβής, αλλά ποτέ περισσότερο από 1.591,30 ευρώ.
Θέση τιμολογίου 4
I.
Στην ποινική διαδικασία για ιδιωτική μήνυση καθώς και για αιτήσεις σύμφωνα με τον νόμο περί μέσων ενημέρωσης:
1. για μηνύσεις
α) λόγω πλημμελημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των περιφερειακών δικαστηρίων 184,60 ευρώ·
β) λόγω άλλων πλημμελημάτων 307,60 ευρώ·
2. για αυτοτελείς αιτήσεις σύμφωνα με τις §§ 8, 33 παρ. 2 και 34 παρ. 3 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, αιτήσεις σύμφωνα με τις §§ 14, 16 και 39 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης καθώς και πρώτες αιτήσεις σύμφωνα με την § 20 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης 307,60 ευρώ·
3. για αιτήσεις αποδείξεων και για όλες τις άλλες καταχωρίσεις, εφόσον δεν εμπίπτουν στο Z 4 αυτής της θέσης τιμολογίου ή στη θέση τιμολογίου 1:
η αμοιβή που καθορίζεται για μηνύσεις (αιτήσεις σύμφωνα με το Z 2), εφόσον όμως πρόκειται για σύντομες και απλές ή για επακόλουθες αιτήσεις σύμφωνα με την § 20 του νόμου περί μέσων ενημέρωσης, το ήμισυ·
4. α) για γραπτές δηλώσεις ένδικων μέσων:
το ένα δέκατο της αμοιβής που καθορίζεται για μηνύσεις (αιτήσεις σύμφωνα με το Z 2)·
β) για καταγγελίες με εξαίρεση τις καταγγελίες κόστους, για ενστάσεις, για αιτήσεις επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση και για αιτήσεις επανάληψης:
η αμοιβή που καθορίζεται για μηνύσεις (αιτήσεις σύμφωνα με το Z 2)·
γ) για εκθέσεις έφεσης και για αναιρέσεις καθώς και αντεκθέσεις σε αυτές:
το ενάμισι της αμοιβής που καθορίζεται για μηνύσεις (αιτήσεις σύμφωνα με το Z 2)·
δ) για καταγγελίες κόστους και αντιρρήσεις σε αυτές:
η αμοιβή που καθορίζεται στη θέση τιμολογίου 2, αλλά ποτέ περισσότερο από την αμοιβή που καθορίζεται για μηνύσεις (αιτήσεις σύμφωνα με το Z 2)· η αξία του αντικειμένου υπολογίζεται σύμφωνα με την § 11·
5. για κύριες ακροαματικές διαδικασίες (διαπραγματεύσεις σύμφωνα με τον νόμο περί μέσων ενημέρωσης) ή για τη συμμετοχή σε μια δικαστική αυτοψία ή σε μια άλλη λήψη αποδείξεων εκτός της κύριας ακροαματικής διαδικασίας, καθώς και σε μια δικαστική κατάσχεση:
για το πρώτο μισάωρο η αμοιβή που καθορίζεται για μηνύσεις (αιτήσεις σύμφωνα με το Z 2), για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητο μισάωρο το ήμισυ αυτής της αμοιβής·
6. για διαπραγματεύσεις δεύτερου βαθμού:
για το πρώτο μισάωρο το ενάμισι της αμοιβής που καθορίζεται για μηνύσεις (αιτήσεις σύμφωνα με το Z 2), για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητο μισάωρο το ήμισυ αυτής της αμοιβής·
II.) για την εκπροσώπηση ιδιωτών:
α) σε περίπτωση πλημμελημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των περιφερειακών δικαστηρίων:
το ήμισυ της αμοιβής που καθορίζεται στο τμήμα I Z 1 στοιχείο α και Z 3 έως 6·
β) σε περίπτωση άλλων πλημμελημάτων και σε περίπτωση κακουργημάτων:
το ήμισυ της αμοιβής που καθορίζεται στο τμήμα 1 Z 1 στοιχείο β και Z 3 έως 6·
για καταγγελίες κόστους ισχύει το τμήμα 1 Z 4 στοιχείο δ κατ’ αναλογία.
Σημειώσεις για τη θέση τιμολογίου 4:
1. Για τον χρόνο αναμονής για μια διαπραγμάτευση ή για τη διενέργεια μιας άλλης επίσημης πράξης μετά από μισή ώρα αναμονής μέχρι την έναρξη της διαπραγμάτευσης ή της επίσημης πράξης, οφείλεται για κάθε επιπλέον, έστω και ξεκίνητο μισάωρο σε ποινικές υποθέσεις σύμφωνα με το τμήμα I Z 1 στοιχείο α και το τμήμα II στοιχείο α αυτής της θέσης τιμολογίου ένα ποσό 9,20 ευρώ και σύμφωνα με το τμήμα I Z 1 στοιχείο β και Z 2 καθώς και το τμήμα II στοιχείο β αυτής της θέσης τιμολογίου ένα ποσό 17,90 ευρώ· ο χρόνος διαβούλευσης του δικαστηρίου προσμετράται στον χρόνο αναμονής.
2. Εάν ο δικηγόρος έχει εμφανιστεί σε μια διαπραγμάτευση ή άλλη επίσημη πράξη, για την οποία δεν έχει ειδοποιηθεί έγκαιρα για την ακύρωσή της ή η οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί λόγω έλλειψης αποδεικτικού επίδοσης, οφείλεται σε ποινικές υποθέσεις σύμφωνα με το τμήμα I Z 1 στοιχείο α και το τμήμα II στοιχείο α αυτής της θέσης τιμολογίου ένα ποσό 17,90 ευρώ και σύμφωνα με το τμήμα I Z 1 στοιχείο β και Z 2 καθώς και το τμήμα II στοιχείο β αυτής της θέσης τιμολογίου ένα ποσό 35,10 ευρώ.
3. Εάν ένας κατηγορούμενος για κακούργημα ή πλημμέλημα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των περιφερειακών δικαστηρίων κριθεί ένοχος μόνο για ένα πλημμέλημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα των περιφερειακών δικαστηρίων, στην διαδικασία αντικατάστασης κόστους οφείλεται μόνο μια αμοιβή σύμφωνα με το τμήμα I Z 1 στοιχείο α αυτής της θέσης τιμολογίου.
Θέση τιμολογίου 5
Για τη σύνταξη και την αποστολή απλών επιστολών (επιστολές υπενθύμισης, σύντομες αναφορές και άλλες σύντομες ανακοινώσεις, προσκλήσεις, επιβεβαιώσεις παραλαβής κ.λπ.):
με βάση υπολογισμού
έως και 70 ευρώ 4,20 ευρώ,
άνω των 70 ευρώ έως και 180 ευρώ 5,60 ευρώ,
άνω των 180 ευρώ έως και 360 ευρώ 6,30 ευρώ,
πάνω από 360 ευρώ έως και 730 ευρώ 7,50 ευρώ,
πάνω από 730 ευρώ έως και 1.820 ευρώ 9,20 ευρώ,
πάνω από 1.820 ευρώ έως και 2.910 ευρώ 10,80 ευρώ,
πάνω από 2.910 ευρώ
για κάθε επιπλέον 1.450 ευρώ, επιπλέον 3,30 ευρώ, αλλά ποτέ περισσότερο από 104,60 ευρώ.
Τιμολογιακή θέση 6
Για τη σύνταξη και διεκπεραίωση επιστολών άλλου είδους, εξαιρουμένων εκείνων που αποτελούν νομικές γνωμοδοτήσεις ή συμβατικά έγγραφα:
το διπλάσιο της αμοιβής που καθορίζεται στην τιμολογιακή θέση 5, αλλά ποτέ περισσότερο από 208,20 ευρώ.
Σημείωση για τις τιμολογιακές θέσεις 5 και 6:
Ως αμοιβή για την πληροφόρηση από τα αρχεία ή με τον πελάτη, δικαιούται επιπλέον το ήμισυ της αμοιβής σύμφωνα με αυτές τις τιμολογιακές θέσεις.
Τιμολογιακή θέση 7
(1) Για την εκτέλεση εργασιών εκτός του δικηγορικού γραφείου, οι οποίες – όπως για παράδειγμα έρευνες στο δικαστήριο ή σε άλλη αρχή – συνήθως διεκπεραιώνονται από βοηθό δικηγόρου, η αμοιβή για κάθε, έστω και μερικώς διανυθέν ημίωρο, είναι ίδια με αυτή της τιμολογιακής θέσης 6, αλλά ποτέ περισσότερο από 208,20 ευρώ για το ημίωρο καθώς και αποζημίωση για απώλεια χρόνου σύμφωνα με την ΤΘ 9 Ζ 4· επιπλέον, μπορεί να υπολογιστεί η αποζημίωση για τη χρήση μέσου μαζικής μεταφοράς. Εάν μια τέτοια εργασία εκτελέστηκε από δικηγόρο ή ασκούμενο δικηγόρο, η αμοιβή είναι διπλάσια της τιμολογιακής θέσης 6, με ανώτατο όριο το ποσό των 416,10 ευρώ για το ημίωρο, εφόσον η εκτέλεση της εργασίας από τον δικηγόρο ή τον ασκούμενο δικηγόρο ήταν απαραίτητη.
(2) Για τη συμμετοχή στην εκτέλεση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης (ασφαλιστικών μέτρων), που κανονικά διενεργούνται από δικηγόρο ή ασκούμενο δικηγόρο, η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 τελευταία πρόταση, εκτός εάν η συμμετοχή του δικηγόρου ή του ασκούμενου δικηγόρου δεν ήταν απαραίτητη για ειδικούς λόγους.
(3) Σύμφωνα με την παρ. 1 τελευταία πρόταση αμείβονται επίσης εργασίες που εκτελούνται εκτός γραφείου, οι οποίες δεν εμπίπτουν σε καμία άλλη τιμολογιακή θέση και εκτελούνται τακτικά από δικηγόρο ή ασκούμενο δικηγόρο, π.χ. μελέτη αρχείων σε αρχές, επιτροπές προς εισηγητή, διενέργεια εξωδικαστικής αυτοψίας για ενημερωτικούς σκοπούς κ.λπ.
Τιμολογιακή θέση 8
(1) Για συσκέψεις κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των τηλεφωνικών, για κάθε, έστω και μερικώς διανυθέν ημίωρο:
με βάση υπολογισμού
έως και 70 ευρώ 14,80 ευρώ,
πάνω από 70 ευρώ έως και 180 ευρώ 21,50 ευρώ,
πάνω από 180 ευρώ έως και 360 ευρώ 28,50 ευρώ,
πάνω από 360 ευρώ έως και 730 ευρώ 35,10 ευρώ,
πάνω από 730 ευρώ έως και 1.820 ευρώ 39,00 ευρώ,
πάνω από 1.820 ευρώ έως και 20.670 ευρώ 52,50 ευρώ,
για κάθε επιπλέον 1.450 ευρώ, επιπλέον 11,10 ευρώ,
πάνω από 20.670 ευρώ έως και 21.800 ευρώ
επιπλέον 11,10 ευρώ,
πάνω από 21.800 ευρώ
για κάθε επιπλέον 1.450 ευρώ, επιπλέον 5,90 ευρώ,
αλλά ποτέ περισσότερο από 692,90 ευρώ για το ημίωρο.
(2) Για συσκέψεις διάρκειας λιγότερο από δέκα λεπτά, η αμοιβή ανέρχεται στα τέσσερα δέκατα της αμοιβής σύμφωνα με την παρ. 1, αλλά ποτέ περισσότερο από 277,40 ευρώ.
Σημείωση για την τιμολογιακή θέση 8:
Πολύ σύντομες τηλεφωνικές επικοινωνίες, εξαιρουμένων των νομικών συμβουλών, αμείβονται σύμφωνα με την τιμολογιακή θέση 5.
Τιμολογιακή θέση 9
Κατά την εκτέλεση εργασιών σε δικαστικές διαδικασίες εκτός του τόπου όπου βρίσκεται το γραφείο του δικηγόρου, εκτός από την αμοιβή για την εκτέλεση της εργασίας, δικαιούνται τα ακόλουθα έξοδα ταξιδιού και αποζημίωση για απώλεια χρόνου, εάν ο τόπος εκτέλεσης της εργασίας απέχει περισσότερο από δύο χιλιόμετρα από τον τόπο όπου βρίσκεται το γραφείο του δικηγόρου:
1. ως έξοδα ταξιδιού
α) τα έξοδα μεταφοράς με μέσο μαζικής μεταφοράς (τρένο, τραμ, λεωφορείο, πλοίο, αεροπλάνο κ.λπ.)· ο δικηγόρος ή ο ασκούμενος δικηγόρος δικαιούται για διαδρομές που διανύει με τρένο, πλοίο ή αεροπλάνο, την αποζημίωση για την υψηλότερη θέση, ενώ άλλος υπάλληλος του δικηγόρου για την αμέσως χαμηλότερη διαθέσιμη θέση·
β) εφόσον δεν είναι δυνατή η χρήση μέσου μαζικής μεταφοράς ή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια χρόνου, την αποζημίωση για όχημα (αυτοκίνητο)·
γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αποζημίωση διαδρομής για κάθε, έστω και μερικώς διανυθείσα ώρα, 17,90 ευρώ·
2. ως έξοδα διατροφής, εάν η απουσία από τον τόπο κατοικίας του δικηγόρου διαρκεί τουλάχιστον τρεις ώρες, για κάθε ημέρα που πληρούται αυτή η προϋπόθεση, ένα ποσό που αντιστοιχεί στα συνήθη τοπικά έξοδα των κύριων γευμάτων που εμπίπτουν συνήθως στην περίοδο απουσίας·
3. ως έξοδα διανυκτέρευσης, εάν είναι απαραίτητη η διανυκτέρευση εκτός του τόπου κατοικίας του δικηγόρου, για κάθε νύχτα ένα ποσό που αντιστοιχεί στα συνήθη τοπικά έξοδα μιας εύλογης διαμονής·
4. ως αποζημίωση για απώλεια χρόνου για κάθε, έστω και αρχόμενη, ώρα που δαπανήθηκε κατά τη μετάβαση προς ή από τον τόπο διεκπεραίωσης της υπόθεσης ή στον τόπο αυτό, πέραν του χρόνου που απαιτείται για την ίδια τη διεκπεραίωση της υπόθεσης, ένα ποσό 33,90 ευρώ.
Σημειώσεις για το Τιμολόγιο 9:
1. Σε τόπους όπου ένα τραμ ή ένα λεωφορείο συνδέει τα επιμέρους τμήματα της πόλης, το κόμιστρο για αυτά τα μέσα μαζικής μεταφοράς πρέπει να αποζημιώνεται, ακόμη και κατά τη διεκπεραίωση υποθέσεων εντός του τόπου όπου βρίσκεται το γραφείο του δικηγόρου, ανεξαρτήτως της απόστασης από τον τόπο διεκπεραίωσης της υπόθεσης.
2. Κατά τη χρήση ιδιωτικού οχήματος (αυτοκινήτου) οφείλεται η ίδια αποζημίωση όπως στην παράγραφο 1 αυτού του τιμολογίου.
Άρθρο XVI
Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου
(Σημ.: Για τα άρθρα 11, 23 και Παράρτημα 1, BGBl. Nr. 189/1969)
Με τον παρόντα Ομοσπονδιακό Νόμο
1. εφαρμόζονται η Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15) και η Οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση εκτελεστικών μέτρων για την Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον ορισμό των «πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων» και τα τεχνικά κριτήρια για τις απλουστευμένες δέουσες επιμέλειες καθώς και για την απαλλαγή σε περιπτώσεις όπου διενεργούνται χρηματοπιστωτικές συναλλαγές μόνο περιστασιακά ή σε πολύ περιορισμένο βαθμό (ΕΕ L 214 της 4.8.2006, σ. 29), στο Άρθρο I (άρθρα 8α έως 8στ, 9, 9α και 12 του RAO σε συνδυασμό με τα ισχύοντα άρθρα 21β παρ. 2 και 23 του RAO καθώς και τον Ομοσπονδιακό Νόμο της 28ης Ιουνίου 1990, BGBl. Nr. 474, περί του πειθαρχικού δικαίου των δικηγόρων και των υποψηφίων δικηγόρων – Πειθαρχικό Καταστατικό για δικηγόρους και υποψήφιους δικηγόρους) και στο Άρθρο II (άρθρα 36α έως 36στ, 37, 37α, 49 και 154 του NO σε συνδυασμό με το ισχύον άρθρο 117 καθώς και τις διατάξεις του X. Κεφαλαίου του NO) καθώς και στο Άρθρο XX (άρθρο 20 του RAPG και άρθρο 20 του NPG),
2. εφαρμόζεται η Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22) στο Άρθρο III (ABAG) και στο Άρθρο V (άρθρα 24, 31, 32 και 37 του EIRAG σε συνδυασμό με τις ισχύουσες διατάξεις του 3ου και 4ου Κεφαλαίου του EIRAG).
Άρθρο 12 Κοινοποίηση Το περιεχόμενο της παρούσας διάταξης κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, με τους αριθμούς κοινοποίησης 2020/547/A και 2020/548/A.
Άρθρο IV
Έναρξη ισχύος, Μεταβατική διάταξη
(Σημ.: Για τα άρθρα 1, 10, 11, 12, 14, 23, 23α και 25 και για το Παράρτημα 1, BGBl. Nr. 189/1969)
1. Ο παρών Ομοσπονδιακός Νόμος τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2002.
2. Τα άρθρα I, σημεία 1 έως 14 και 16 έως 23 (άρθρα 1, 10, 11, 12, 14, 23, 23α και 25 καθώς και ΤΠ 1, ΤΠ 2, ΤΠ 3 Α, ΤΠ 3 Β, ΤΠ 3 C, ΤΠ 3, ΤΠ 4, ΤΠ 5, ΤΠ 6, ΤΠ 7, ΤΠ 8 και ΤΠ 9 του Νόμου περί Τιμολογίου Δικηγόρων) εφαρμόζονται σε υπηρεσίες δικηγόρων που παρέχονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2001.
3. Το άρθρο I, σημείο 15 (ΤΠ 3 D του Νόμου περί Τιμολογίου Δικηγόρων) εφαρμόζεται σε διαδικασίες όπου η αίτηση διαζυγίου υποβάλλεται στο δικαστήριο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2001.
4. (Σημ.: αφορά άλλη νομική διάταξη)
5. (Σημ.: αφορά άλλη νομική διάταξη)
Άρθρο V
Έναρξη ισχύος, Μεταβατικές διατάξεις
(Σημ.: Για τα άρθρα 9 παρ. 3, 10 και 16 καθώς και ΤΠ 1, ΤΠ 2, ΤΠ 3Β ΤΠ 3C, ΤΠ 3D και Σημ. 5 για το ΤΠ 3, BGBl. Nr. 189/1969)
1. (Σημ.: Διάταξη έναρξης ισχύος)
2. έως 7. (Σημ.: αφορούν άλλες νομικές διατάξεις)
8. Τα άρθρα II, σημεία 1 έως 7 και 9 (άρθρα 9 παρ. 3, 10 και 16 καθώς και ΤΠ 1, ΤΠ 2, ΤΠ 3 Β, ΤΠ 3 C και Σημ. 5 για το ΤΠ 3 του Νόμου περί Τιμολογίου Δικηγόρων) εφαρμόζονται σε υπηρεσίες δικηγόρων που παρέχονται μετά την 31η Μαΐου 1999.
9. Το άρθρο II, σημείο 8 (ΤΠ 3D του Νόμου περί Τιμολογίου Δικηγόρων) εφαρμόζεται σε διαδικασίες όπου η αίτηση διαζυγίου υποβλήθηκε στο δικαστήριο μετά την 31η Μαΐου 1999.
10. και 11. (Σημ.: αφορούν άλλες νομικές διατάξεις)
Μεταβατικές διατάξεις
(Σημ.: Για τα άρθρα 3, 4, 5, 7, 8, 10, 11, 12, 16, 22, 23 και Παράρτημα 1, BGBl. Nr. 189/1969)
§ 2
(1) Ο παρών Ομοσπονδιακός Νόμος εφαρμόζεται – εκτός αν ορίζεται διαφορετικά κατωτέρω – και σε διαδικασίες που εκκρεμούσαν πριν από την έναρξη ισχύος του.
(2) (Σημ.: αφορά άλλη νομική διάταξη)
(3) (Σημ.: αφορά άλλη νομική διάταξη)
(4) Τα άρθρα 3, 4, 5 παρ. 1, 7, 8, 10 σημεία 2 και 3, 11, 12, 16, 22 και 23 καθώς και το Τιμολόγιο 1, το Τιμολόγιο 2 και το Τιμολόγιο 3, συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων για το Τιμολόγιο 3 του Νόμου περί Τιμολογίου Δικηγόρων στην έκδοση του παρόντος Ομοσπονδιακού Νόμου, εφαρμόζονται μόνο εάν η υπόθεση έχει εκκρεμήσει μετά την 31η Δεκεμβρίου 2004. Σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν προηγουμένως, οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην προηγούμενη ισχύουσα έκδοσή τους.
(Σημ.: Για το § 23α, BGBl. Nr. 189/1969)
§ 2
Τα άρθρα 4 και 5 εφαρμόζονται σε αιτήσεις που υποβάλλονται στο δικαστήριο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2006.
(Σημ.: Για το Παράρτημα 1, BGBl. Nr. 189/1969)
§ 13
Το Τιμολόγιο 4, Τμήμα I, σημείο 4, στοιχείο δ) του RATG (Άρθρο 9) εφαρμόζεται σε διαδικασίες σχετικά με προσφυγές για έξοδα, στις οποίες η προσφυγή για έξοδα υποβλήθηκε στο δικαστήριο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2009.
(Σημ.: Για το § 16 και το Παράρτημα 1, BGBl. Nr. 189/1969)
§ 15
Οι προσωπικοί όροι που χρησιμοποιούνται στον παρόντα Ομοσπονδιακό Νόμο αφορούν, κατά περίπτωση, εξίσου γυναίκες και άνδρες.
Άρθρο XVI
Έναρξη ισχύος και εκτέλεση
(Σημ.: Για το § 23, BGBl. Nr. 189/1969)
(1) Ο παρών Ομοσπονδιακός Νόμος τίθεται σε ισχύ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, την 1η Ιανουαρίου 2005.
(2) (Σημ.: αφορά άλλη νομική διάταξη)
(3) (Σημ.: αφορά άλλη νομική διάταξη)
(4) (Σημ.: αφορά άλλη νομική διάταξη)
(5) Τα άρθρα XII, σημείο 2 (§ 23 παρ. 6 RATG) και XIV (§ 44 DSt) τίθενται σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2004. Το § 44 DSt στην έκδοση του παρόντος Ομοσπονδιακού Νόμου ισχύει για όλες τις επιδόσεις που πραγματοποιούνται μετά την έναρξη ισχύος.
(6) Με την εκτέλεση του παρόντος Ομοσπονδιακού Νόμου είναι επιφορτισμένος ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Δικαιοσύνης.
(Σημ.: Για το § 11, BGBl. Nr. 189/1969)
§ 16. § 11 RATG (Άρθρο XII) εφαρμόζεται σε όλες τις διαδικασίες καθορισμού εξόδων ή/και σε όλες τις διαδικασίες προσφυγής για έξοδα, στις οποίες η αίτηση για καθορισμό εξόδων ή/και η προσφυγή για έξοδα υποβλήθηκε στο δικαστήριο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2007.
(Σημ.: Για το Παράρτημα 1, BGBl. Nr. 189/1969)
§ 17. §§ 3 παρ. 1, 4, 8 παρ. 1, 9, 12 έως 14 και 16 έως 22 του GKTG (Άρθρο VII) εφαρμόζονται σε τέλη για δραστηριότητες που έχουν παρασχεθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2007· το Τιμολόγιο 2, Τμήμα I, σημείο 1, στοιχείο γ) και το Τιμολόγιο 3 Α, Τμήμα III του RATG (Άρθρο XII) εφαρμόζονται σε δικηγορικές υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 2007.
Άρθρο 96
Έναρξη ισχύος, Μεταβατικές διατάξεις
(Σημ.: Για το § 11 και το Παράρτημα 1, BGBl. Nr. 189/1969)
1. Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος τίθενται σε ισχύ – εκτός αν ορίζεται διαφορετικά κατωτέρω – την 1η Ιανουαρίου 2002.
2. – 25. (Σημ.: αφορούν άλλες νομικές διατάξεις)
26. Τα άρθρα 76 (RATG) καθώς και 94 σημεία 3, 6, 19 και 20 (άρθρα 69, 220 παρ. 3, 521 παρ. 1, 521α παρ. 1 ZPO) τίθενται σε ισχύ μετά την πάροδο της ημέρας δημοσίευσης του παρόντος Ομοσπονδιακού Νόμου. Το άρθρο 76 (RATG) καθώς και τα άρθρα 521 και 521α ZPO στην έκδοση του παρόντος Ομοσπονδιακού Νόμου εφαρμόζονται εάν η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την ημερομηνία αυτή.
27. – 30. (Σημ.: αφορούν άλλες νομικές διατάξεις)