Kostenloses Erstgespräch buchen

Οδηγίες για την ελαχιστοποίηση του κόστους

Σημαντικές πληροφορίες για την ελαχιστοποίηση του κόστους. Για την επίτευξη της πιο αποτελεσματικής και οικονομικής διαχείρισης της νομικής σας υπόθεσης, ζητούμε τη βοήθειά σας στην αποφυγή αυτών των παγίδων κόστους:

1. Ελλιπής ή καθυστερημένη πληροφόρηση. Οι νέες πληροφορίες στην καλύτερη περίπτωση απαιτούν πρόσθετο συντονισμό και στη χειρότερη περίπτωση πλήρη επαναξιολόγηση της νομικής σας υπόθεσης, σε κάθε περίπτωση όμως συνεπάγονται πρόσθετο φόρτο εργασίας.

Παρακαλούμε να μας παρέχετε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τη νομική σας υπόθεση αμέσως μετά την ανάθεση της εντολής:

2. Ελλιπής προετοιμασία για συναντήσεις και έγγραφα. Μια μεγαλύτερη συνάντηση είναι σύμφωνα με τον δικηγορικό κώδικα αμοιβών σημαντικά οικονομικότερη από πολλές σύντομες συναντήσεις. Το ίδιο ισχύει και για τα έγγραφα.

Γι’ αυτό προετοιμαστείτε καλά για τις συμβουλευτικές συναντήσεις και τη σύνταξη εγγράφων. Όσο λιγότερες συναντήσεις χρειάζονται, τόσο οικονομικότερη είναι η νομική εκπροσώπηση. Ο χρόνος που επενδύετε εκ των προτέρων στη σκέψη και τη συλλογή των ερωτήσεών σας συμβάλλει άμεσα στη μείωση του κόστους.

3. Περιττοί κύκλοι διορθώσεων. Συνήθως στέλνουμε επιστολές και δικόγραφα εκ των προτέρων προς έγκριση, για να διασφαλίσουμε ότι οι πληροφορίες σας έχουν επεξεργαστεί σωστά και οι στόχοι σας έχουν διατυπωθεί σωστά.

Παρακαλούμε να μας στέλνετε ως απάντηση είτε την έγκρισή σας είτε τις πλήρεις επιθυμητές αλλαγές. Και εδώ ισχύει: όσο περισσότερη πίσω-μπρος επικοινωνία, τόσο υψηλότερο το κόστος.

4. Αίτημα αναφορών κατάστασης. Όταν υπάρχουν νέες εξελίξεις στη νομική σας υπόθεση, συνήθως σας ενημερώνουμε εντός τριών εργάσιμων ημερών. Η αίτηση αναφορών κατάστασης αυξάνει μόνο το φόρτο επικοινωνίας.

Αυτά τα έξοδα μπορείτε να τα αποφύγετε εντελώς.

5. Υπερβολικά εντατικά εξωδικαστικά βήματα για την αποφυγή δικαστικών διαδικασιών. Σε νομικές διαφορές, τα εξωδικαστικά έξοδα καλύπτονται από τον αντίδικο και επομένως από τις ασφάλειες νομικής προστασίας μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό. Επομένως, η πιθανότητα να επιβαρυνθείτε οι ίδιοι με τα εξωδικαστικά έξοδα είναι υψηλή.

Αντίθετα, στη δικαστική διαδικασία τα περισσότερα έξοδα πρέπει να καλυφθούν από τον αντίδικο, εφόσον ηττηθεί στη δίκη. Συνεπώς, όποιος παρά την καλή νομική του θέση επιμένει σε περαιτέρω εξωδικαστικές προσπάθειες συμβιβασμού για να αποφύγει μια δικαστική διαδικασία, συνήθως δεν επιτυγχάνει εξοικονόμηση κόστους αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Γενικοί Όροι Εντολής και Πληρεξουσιότητας

της Harlander & Partner Rechtsanwälte GmbH, FN 467333f, P-Code P530376, εφεξής καλούμενη Δικηγόρος.

1. Ισχύς

1.1. Βάσεις των εντολών. Βάση για όλες τις εντολές και υπηρεσίες του Δικηγόρου, συμπεριλαμβανομένων όλων των δικαστικών, διοικητικών και άλλων πράξεων εκπροσώπησης, είναι αποκλειστικά αυτοί οι Γενικοί Όροι Εντολής και Πληρεξουσιότητας, τα σχετικά πληρεξούσια καθώς και οι εκάστοτε συγκεκριμένες προσφορές για την ανάθεση εντολής μαζί με τυχόν περιγραφές υπηρεσιών ή συμφωνίες αμοιβής του Δικηγόρου που ανήκουν στα πληρεξούσια ή στις προσφορές για την ανάθεση εντολής.

1.2. Μελλοντικές εντολές. Αυτές οι βάσεις ισχύουν αυτόματα από την πρώτη ανάθεση εντολής για όλες τις περαιτέρω αναθέσεις εντολών μεταξύ του Δικηγόρου και του Εντολέα στην τότε ισχύουσα έκδοση, ακόμη και αν δεν γίνεται πλέον ρητή αναφορά σε αυτές τις βάσεις στις μελλοντικές αναθέσεις εντολών.

1.3. Μελλοντικές αλλαγές. Τυχόν μελλοντικές αλλαγές των βάσεων θα γνωστοποιούνται εγγράφως στον Εντολέα από τον Δικηγόρο και θεωρούνται συμφωνημένες εάν οι επιχειρήσεις δεν αντιταχθούν εντός δύο εβδομάδων και οι καταναλωτές εντός τεσσάρων εβδομάδων.

1.4. Πρόσθετες συμφωνίες. Όλες οι μορφές πρόσθετων συμφωνιών, τόσο πριν από την ανάθεση της εντολής όσο και κατά τη διάρκεια της ισχύουσας εντολής, απαιτούν έγγραφο τύπο για την εγκυρότητά τους. Αυτό ισχύει έναντι επιχειρήσεων και για την παρέκκλιση από την απαίτηση του έγγραφου τύπου.

1.5. Συμβατικά στοιχεία από την πλευρά του Εντολέα. Τα συμβατικά στοιχεία που προέρχονται από την πλευρά του Εντολέα καθίστανται ενεργά, ακόμη και εάν είναι γνωστά στον Δικηγόρο, μόνο εάν αυτά επιβεβαιωθούν εγγράφως από τον Δικηγόρο με ρητή σημείωση που περιλαμβάνει αυτά τα συμβατικά στοιχεία (όπως π.χ. “Απαιτήσεις απόδοσης / ΓΟΣ αποδεκτοί”). Διαφορετικά, ο Δικηγόρος αντιτίθεται ρητά στην ενσωμάτωση συμβατικών στοιχείων του Εντολέα.

1.6. Διαδικασία σε περίπτωση αντιφάσεων. Σε περίπτωση αντιφάσεων μεταξύ προσφορών για ανάθεση εντολής μαζί με τις σχετικές περιγραφές υπηρεσιών και συμφωνίες αμοιβής, των πληρεξουσίων καθώς και των Γενικών Όρων Εντολής και Πληρεξουσιότητας του Δικηγόρου, αυτά ισχύουν με την προαναφερθείσα σειρά. Οι ατομικές προσφορές για ανάθεση εντολής προηγούνται επομένως όλων των άλλων συμβατικών στοιχείων.

Σε περίπτωση αντιφάσεων μεταξύ συμβατικών στοιχείων του Δικηγόρου και συμβατικών στοιχείων του Εντολέα, προηγούνται όλα τα συμβατικά στοιχεία του Δικηγόρου.

1.7. Διαδικασία σε περίπτωση ακυρότητας. Εάν επιμέρους διατάξεις της σύμβασης είναι άκυρες ή ανεφάρμοστες, μια άκυρη διάταξη σε συμβάσεις με επιχειρήσεις πρέπει να αντικατασταθεί από μια έγκυρη διάταξη που προσεγγίζει περισσότερο την οικονομική έννοια και τον σκοπό της άκυρης διάταξης.

2. Πληρεξουσιότητα και Εντολή

2.1. Έκταση. Σε περίπτωση αμφιβολίας, το πληρεξούσιο εξουσιοδοτεί τον Δικηγόρο να εκπροσωπεί τον Εντολέα σύμφωνα με το νόμο, τη συνείδηση και την εκάστοτε συγκεκριμένη εντολή στο βαθμό που ο Δικηγόρος θεωρεί απαραίτητο και σκόπιμο για την εκπλήρωση των εκάστοτε συγκεκριμένων εντολών. Αυτό μπορεί για παράδειγμα να περιλαμβάνει:

2.2. Σχέση με την εντολή. Το χορηγηθέν πληρεξούσιο δεν αποτελεί, εκτός εάν αυτό είναι αναμφίβολα τόσο επιθυμητό από τον εξουσιοδοτούντα όσο και αποδεκτό από τον Δικηγόρο, γενικό πληρεξούσιο, αλλά συνδέεται με τις εκάστοτε συγκεκριμένες εντολές. Εκτός αυτών των εντολών ή μετά τη λήξη αυτών των εντολών, το χορηγηθέν πληρεξούσιο δεν έχει καμία ισχύ μέχρι τη νέα ανάθεση συγκεκριμένης εντολής. Χωρίς συγκεκριμένη εντολή, ο Δικηγόρος δεν δικαιούται επομένως να προβαίνει σε πράξεις εκπροσώπησης βάσει του χορηγηθέντος πληρεξουσίου.

3. Χορήγηση Πληρεξουσιότητας και Εντολής

3.1. Προσφορά από τον Δικηγόρο. Βάση για την εξουσιοδότηση και την ανάθεση εντολής είναι η εκάστοτε συγκεκριμένη προσφορά του Δικηγόρου για χορήγηση πληρεξουσιότητας ή εντολής. Η προσφορά του Δικηγόρου είναι μη δεσμευτική. Εάν ο Εντολέας χορηγήσει πληρεξουσιότητα ή εντολή, δεσμεύεται από αυτήν για μία εβδομάδα από την παραλαβή της από τον Δικηγόρο, εκτός εάν προκύπτει διαφορετικά από την ίδια τη χορήγηση πληρεξουσιότητας ή εντολής ή από το επείγον της υπόθεσης.

3.2. Προσφορά από τον Εντολέα. Εάν ο Εντολέας κατ’ εξαίρεση χορηγήσει απευθείας χωρίς πρόσκληση, π.χ. λόγω τακτικής επιχειρηματικής σχέσης ή μέσω φόρμας ιστοσελίδας, πληρεξουσιότητα ή εντολή στον Δικηγόρο, ο Εντολέας δεσμεύεται για μία εβδομάδα από την παραλαβή της εντολής από τον Δικηγόρο.

3.3. Αποδοχή από τον Δικηγόρο. Ο Δικηγόρος δικαιούται πάντα να αρνηθεί την ανάληψη πληρεξουσιότητας ή εντολής χωρίς να αναφέρει λόγους. Η πληρεξουσιότητα ή η εντολή συνάπτεται επομένως πάντα μόνο με την αποδοχή της πληρεξουσιότητας ή της εντολής από τον Δικηγόρο.

Η αποδοχή πρέπει κατά κανόνα να γίνεται εγγράφως, π.χ. μέσω επιβεβαίωσης της χορήγησης πληρεξουσιότητας ή εντολής, εκτός εάν ο Δικηγόρος δείχνει π.χ. μέσω εμφανούς για τον Εντολέα δραστηριότητας βάσει της πληρεξουσιότητας ή της εντολής ότι αποδέχεται την εντολή.

Μια απλή επιβεβαίωση παραλαβής της ανάθεσης εντολής, π.χ. με τη μορφή επιβεβαίωσης παραλαβής μιας ιστοσελίδας, δεν αποτελεί ακόμη αποδοχή της ανάθεσης εντολής.

3.4. Παραλαβή. Όταν χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας ή ένα ηλεκτρονικό σύστημα διαχείρισης εντολών στο οποίο έχουν πρόσβαση και τα δύο μέρη για την υποβολή προσφορών και την αποδοχή, οι δηλώσεις που γίνονται τις εργάσιμες ημέρες, δηλαδή Δευτέρα έως Παρασκευή, εξαιρουμένων των αυστριακών αργιών, μεταξύ 8:00 και 16:00, θεωρούνται ότι παραλήφθηκαν την ίδια ημέρα, ενώ οι δηλώσεις που γίνονται εκτός αυτών των ωρών θεωρούνται ότι παραλήφθηκαν την επόμενη εργάσιμη ημέρα στις 8:00.

4. Έλεγχος Πελατών και Συμμόρφωση

4.1. Μέτρα ελέγχου πελατών. Ο Δικηγόρος υποχρεούται, λόγω του ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (§ 165 ΠΚ) ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (§ 278d ΠΚ), να ελέγχει με ιδιαίτερη προσοχή όλες τις συναλλαγές στις οποίες διενεργεί χρηματοοικονομικές ή κτηματομεσιτικές συναλλαγές στο όνομα και για λογαριασμό του Εντολέα ή συμμετέχει στον σχεδιασμό ή την εκτέλεσή τους για τον Εντολέα και οι οποίες αφορούν:

4.2. Έλεγχος ταυτότητας. Σε περίπτωση ύπαρξης μίας από τις συναλλαγές που αναφέρονται στο 4.1., ο Δικηγόρος υποχρεούται να εξακριβώσει και να ελέγξει την ταυτότητα του Εντολέα και του πραγματικού δικαιούχου. Ο Εντολέας υποχρεούται να παρέχει εγκαίρως τα δεδομένα που ζητά ο Δικηγόρος.

4.3. Απόδειξη. Ο Δικηγόρος θα διατηρήσει την αντίστοιχη απόδειξη του ελέγχου του πελάτη βάσει των νομικών διατάξεων και μετά την ολοκλήρωση της εντολής.

5. Λήξη Πληρεξουσιότητας και Εντολής

5.1. Δήλωση λύσης. Η πληρεξουσιότητα ή η εντολή μπορεί να λυθεί από τον Δικηγόρο ή τον Εντολέα οποτεδήποτε χωρίς τήρηση προθεσμίας και χωρίς αναφορά λόγων. Η αξίωση αμοιβής του Δικηγόρου παραμένει ανεπηρέαστη.

5.2. Αυτόματη λύση. Με την ολοκλήρωση των ανατεθειμένων υπηρεσιών, η εντολή λήγει σε κάθε περίπτωση αυτόματα ή παύει η πληρεξουσιότητα του Δικηγόρου να ενεργεί για τον Εντολέα σε αυτή την υπόθεση.

5.3. Μεταβατική περίοδος. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης από τον εντολέα ή τον δικηγόρο, ο τελευταίος οφείλει να εκπροσωπεί τον εντολέα για διάστημα δεκατεσσάρων ημερών, στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την προστασία του εντολέα από νομικές ζημίες. Η υποχρέωση αυτή δεν υφίσταται, εάν ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή και εκφράσει ότι δεν επιθυμεί περαιτέρω δραστηριότητα του δικηγόρου.

Μετά από αυτό, ο δικηγόρος δεν είναι πλέον υποχρεωμένος να διαφυλάσσει τα συμφέροντα του εντολέα και να τον ενημερώνει, π.χ., για μια τροποποιημένη νομική κατάσταση ή τροποποιημένες περιστάσεις.

6. Εύρος Υπηρεσιών, Διεκπεραίωση Εντολής και Υποχρεώσεις Συνεργασίας του Εντολέα

6.1. Τόπος εκπλήρωσης. Ο τόπος εκπλήρωσης είναι η έδρα του δικηγόρου.

6.2. Έκταση των υπηρεσιών. Η έκταση της εντολής που δόθηκε προκύπτει από το γραπτό πληρεξούσιο ή από οποιαδήποτε άλλη γραπτή περιγραφή των υπηρεσιών του δικηγόρου.

6.3. Βασικές αρχές παροχής υπηρεσιών. Ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να διεκπεραιώσει την εντολή που του δόθηκε σύμφωνα με το νόμο και να εκπροσωπήσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του εντολέα έναντι οποιουδήποτε με ζήλο, πίστη και ευσυνειδησία στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο και σκόπιμο για την εκπλήρωση της εντολής.

Ο δικηγόρος έχει κατ’ αρχήν το δικαίωμα να παρέχει τις υπηρεσίες του κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια και να λαμβάνει όλα τα μέτρα, ιδίως να χρησιμοποιεί κάθε είδους μέσα επίθεσης και άμυνας, εφόσον αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την εντολή που του δόθηκε, τη συνείδησή του ή το νόμο. Εάν ο εντολέας δώσει στον δικηγόρο μια οδηγία, η οποία είναι ασυμβίβαστη με τις αρχές της ορθής άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου που βασίζονται στο νόμο ή σε άλλους επαγγελματικούς κανόνες (π.χ. τις «Οδηγίες για την άσκηση του επαγγέλματος των δικηγόρων» [RL-BA] ή τη νομολογία των Εφετείων και των Πειθαρχικών Συμβουλίων για δικηγόρους και ασκούμενους δικηγόρους στο Ανώτατο Δικαστήριο και της πρώην Ανώτατης Επιτροπής Εφέσεων και Πειθαρχίας για δικηγόρους και ασκούμενους δικηγόρους [OBDK]), ο δικηγόρος οφείλει να απορρίψει την οδηγία. Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου, ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να προβεί ή να παραλείψει να προβεί σε μια ενέργεια που δεν καλύπτεται ρητά από την εντολή που του δόθηκε ή που αντιβαίνει σε μια οδηγία που του δόθηκε, εάν αυτό φαίνεται επιτακτικά αναγκαίο προς το συμφέρον του εντολέα.

6.4. Ξένες υπηρεσίες. Ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να εκτελέσει τις υπηρεσίες ο ίδιος ή να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες ειδικευμένων τρίτων (ξένη υπηρεσία) για την παροχή των υπηρεσιών.

6.5. Ξένη υπηρεσία υπό μορφή υπεξουσιοδότησης και υποκατάστασης. Ο δικηγόρος μπορεί να εκπροσωπηθεί από έναν ασκούμενο δικηγόρο που απασχολείται από αυτόν ή από έναν άλλο δικηγόρο ή τον εξουσιοδοτημένο ασκούμενο δικηγόρο του (υπεξουσιοδότηση). Σε περίπτωση κωλύματος, ο δικηγόρος μπορεί να μεταβιβάσει την εντολή ή μεμονωμένες επιμέρους ενέργειες σε άλλον δικηγόρο (υποκατάσταση).

6.6. Συμφωνηθείσες ξένες υπηρεσίες. Σε περίπτωση που η παροχή μιας υπηρεσίας ως ξένη υπηρεσία έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα (συμφωνηθείσα ξένη υπηρεσία), ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να αναθέσει την ξένη υπηρεσία κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια είτε στο όνομά του είτε στο όνομα του εντολέα, καθώς και για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό του εντολέα.

Σε περίπτωση συμφωνηθεισών ξένων υπηρεσιών, οι αντίστοιχοι ανάδοχοι δεν είναι βοηθοί εκπλήρωσης του δικηγόρου.

Εφόσον, σε περίπτωση συμφωνηθεισών ξένων υπηρεσιών, δεν έχουν συμφωνηθεί ειδικές περιγραφές υπηρεσιών ή ειδικοί όροι συναλλαγών μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα για αυτές τις ξένες υπηρεσίες, σε περίπτωση ανάθεσης της εντολής στον τρίτο στο όνομα του δικηγόρου, η περιγραφή υπηρεσιών του τρίτου, σε περίπτωση ανάθεσης της εντολής στο όνομα του εντολέα, η περιγραφή υπηρεσιών και οι όροι συναλλαγών του τρίτου ισχύουν επίσης για τον εντολέα.

Εφόσον η διάρκεια των συμφωνηθεισών ξένων υπηρεσιών, σύμφωνα με τη συμφωνία, υπερβαίνει τη διάρκεια της σχετικής εντολής του δικηγόρου, ο εντολέας οφείλει, σε περίπτωση ξένων υπηρεσιών που έχουν ανατεθεί στο όνομα ή για λογαριασμό του δικηγόρου, να αναλάβει τις ξένες υπηρεσίες στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό μετά τη λήξη της εντολής.

6.7. Διαιρετές υπηρεσίες. Σε περίπτωση διαιρετών υπηρεσιών, ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να παρέχει επιμέρους υπηρεσίες.

6.8. Παραγραφή. Ο εντολέας οφείλει να παραλάβει όλες τις υπηρεσίες που έχουν παραγγελθεί από τον δικηγόρο ή τα έγγραφα ή τα αντικείμενα που έχουν παραδοθεί στον δικηγόρο για επεξεργασία εντός της προθεσμίας.

Σε περίπτωση που η παραλαβή δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας, ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα, σε περίπτωση συμβάσεων με επιχειρηματίες μετά από τρεις μήνες και σε περίπτωση συμβάσεων με καταναλωτές μετά από έξι μήνες, αλλά το αργότερο μετά τη λήξη μιας ενδεχόμενης, μεγαλύτερης νόμιμης περιόδου διατήρησης, να προβεί στην απόρριψη.

6.9. Δικαιώματα επί των υπηρεσιών. Κατ’ αρχήν, όλα τα δικαιώματα επί των συμφωνηθεισών υπηρεσιών ανήκουν στον δικηγόρο.

Ο εντολέας αποκτά το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες στο συμφωνημένο εύρος μετά την πλήρη καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής. Σε περίπτωση που το εύρος δεν έχει συμφωνηθεί, αυτό περιλαμβάνει τη μη αποκλειστική χρήση για προσωπική χρήση, χωρίς το δικαίωμα υποαδειοδότησης ή μεταβίβασης σε τρίτους [ή συνδεδεμένες εταιρείες].

Τυχόν όροι αδειοδότησης υπηρεσιών ή έργων τρίτων, τα οποία αποτελούν μέρος των υπηρεσιών ή έργων του δικηγόρου, πρέπει να τηρούνται από τον εντολέα.

6.10. Δικαίωμα στο τελικό προϊόν. Ο εντολέας έχει δικαίωμα μόνο στη χρήση της υπηρεσίας στη συμφωνημένη μορφή ως τελικό προϊόν, όχι όμως στην παράδοση των απαραίτητων βάσεων, βοηθημάτων εργασίας, ενδιάμεσων αποτελεσμάτων κλπ. για τη δημιουργία των υπηρεσιών. Εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά ή δεν υπάρχουν νομικές υποχρεώσεις διατήρησης, ο δικηγόρος δεν έχει καμία υποχρέωση να διατηρήσει αυτές τις βάσεις, βοηθήματα εργασίας, ενδιάμεσα αποτελέσματα κλπ. μετά την ολοκλήρωση των εργασιών.

6.11. Υποχρέωση παράδοσης. Μετά τη λήξη της σχέσης εντολής, ο δικηγόρος υποχρεούται, κατόπιν αιτήματος, να επιστρέψει στον εντολέα τα πρωτότυπα έγγραφά του. Ο δικηγόρος δικαιούται να κρατήσει αντίγραφα αυτών των εγγράφων.

Εάν ο εντολέας ζητήσει εκ νέου αντίγραφα εγγράφων που έχει ήδη λάβει, το κόστος θα βαρύνει τον εντολέα.

6.12. Καταστροφή αρχείων. Ο δικηγόρος υποχρεούται να διατηρεί τα αρχεία για περίοδο πέντε ετών μετά τη λήξη της εντολής. Εάν ισχύουν μεγαλύτερες νόμιμες προθεσμίες για τη διάρκεια της υποχρέωσης διατήρησης, αυτές πρέπει να τηρούνται. Ο εντολέας συναινεί στην καταστροφή των αρχείων (συμπεριλαμβανομένων των πρωτότυπων εγγράφων) μετά τη λήξη της υποχρέωσης διατήρησης.

7. Υποχρεώσεις συνεργασίας του εντολέα

7.1. Υποχρεώσεις συνεργασίας του εντολέα. Μετά την ανάθεση της εντολής, ο εντολέας υποχρεούται να ενημερώσει αμέσως τον δικηγόρο για όλες τις πληροφορίες, γεγονότα, υπηρεσίες και τα παρόμοια που θα μπορούσαν να είναι σημαντικά για την εκτέλεση της εντολής και να παραδώσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα, στοιχεία, αποδεικτικά μέσα και τα παρόμοια.

Κατά τη διάρκεια της ισχύουσας εντολής, ο εντολέας υποχρεούται να ενημερώσει αμέσως τον δικηγόρο για όλες τις τροποποιημένες, μεταγενέστερα προκύψασες ή νέες περιστάσεις που θα μπορούσαν να είναι σημαντικές για την εκτέλεση της εντολής, αμέσως μόλις λάβει γνώση αυτών. Ο δικηγόρος δικαιούται να θεωρήσει ως ορθές τις πληροφορίες, γεγονότα, υπηρεσίες, έγγραφα, στοιχεία, αποδεικτικά μέσα και τα παρόμοια, εκτός εάν η ανακρίβειά τους είναι προφανής. Εάν ο δικηγόρος προβεί σε αυτοϋπολογισμούς φόρων βάσει των πληροφοριών που παρέχονται από τον εντολέα, απαλλάσσεται σε κάθε περίπτωση από οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του εντολέα.

7.2. Παραβίαση των υποχρεώσεων συνεργασίας. Ο εντολέας ευθύνεται για όλες τις ζημίες που προκύπτουν από ελλιπή, καθυστερημένη ή παραλειπόμενη συνεργασία του εντολέα, και ιδίως για τον χρόνο που δαπανάται από τον δικηγόρο και την αμοιβή που οφείλεται για αυτόν.

Εάν ο δικηγόρος αντιμετωπίσει αξιώσεις από τρίτους λόγω παραβίασης δικαιωμάτων σε σχέση με πληροφορίες, γεγονότα, υπηρεσίες, έγγραφα, στοιχεία, αποδεικτικά μέσα και τα παρόμοια που παρέχονται από τον εντολέα, ο εντολέας πρέπει επιπλέον να αποζημιώσει και να απαλλάξει τον δικηγόρο από κάθε ευθύνη και να τον υποστηρίξει στην υπεράσπιση έναντι τυχόν αξιώσεων τρίτων.

8. Επικοινωνία με τον εντολέα

8.1. Τρόποι επικοινωνίας. Ο δικηγόρος μπορεί να επικοινωνεί με τον εντολέα με οποιονδήποτε τρόπο θεωρεί κατάλληλο, ιδίως μέσω της ταχυδρομικής διεύθυνσης, της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και του αριθμού τηλεφώνου που ο εντολέας έχει γνωστοποιήσει στον δικηγόρο.

8.2. Εάν ο εντολέας χρησιμοποιεί άλλους τρόπους επικοινωνίας, διευθύνσεις ή συνδέσεις για την επικοινωνία με τον δικηγόρο, ο δικηγόρος δικαιούται επίσης να τις χρησιμοποιεί για την επικοινωνία με τον εντολέα.

8.3. Παραλαβή. Οι δηλώσεις του δικηγόρου θεωρούνται σε κάθε περίπτωση ως παραληφθείσες εάν έχουν αποσταλεί στις διευθύνσεις ή συνδέσεις που γνωστοποιήθηκαν από τον εντολέα κατά την ανάθεση της εντολής ή χρησιμοποιήθηκαν αργότερα από τον ίδιο.

8.4. Κρυπτογράφηση. Ο δικηγόρος δικαιούται να διεξάγει την επικοινωνία με τον εντολέα σε μη κρυπτογραφημένη μορφή.

8.5. Γραπτή μορφή. Οι δηλώσεις που πρέπει να γίνονται γραπτώς σύμφωνα με αυτούς τους όρους εντολής μπορούν επίσης να γίνονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

9. Υποχρέωση εχεμύθειας

9.1. Υποχρέωση εχεμύθειας. Ο δικηγόρος υποχρεούται εκ του νόμου να τηρεί εχεμύθεια για όλες τις υποθέσεις που του έχουν ανατεθεί και για όλα τα γεγονότα που έχουν περιέλθει σε γνώση του υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, των οποίων η μυστικότητα είναι προς το συμφέρον του εντολέα του.

9.2. Μεταβίβαση σε υπαλλήλους. Ο δικηγόρος δικαιούται να αναθέτει σε όλους τους υπαλλήλους και τρίτους την επεξεργασία υποθέσεων στο πλαίσιο των ισχυόντων νόμων και κατευθυντήριων γραμμών, εφόσον αυτοί οι υπάλληλοι και τρίτοι έχουν αποδεδειγμένα ενημερωθεί για τη νόμιμη υποχρέωση εχεμύθειας.

9.3. Απαλλαγή σε περίπτωση αξιώσεων κατά του εντολέα. Μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για την επιδίωξη αξιώσεων του δικηγόρου (ιδίως αξιώσεων για αμοιβή του δικηγόρου) ή για την υπεράσπιση έναντι αξιώσεων κατά του δικηγόρου (ιδίως αξιώσεων αποζημίωσης του εντολέα ή τρίτων κατά του δικηγόρου), ο δικηγόρος απαλλάσσεται από την υποχρέωση εχεμύθειας.

9.4. Απαλλαγή βάσει διαφόρων νόμων. Ο δικηγόρος υποχρεούται σε ορισμένες περιπτώσεις, βάσει νομοθετικών διατάξεων, να παρέχει πληροφορίες ή να υποβάλλει αναφορές σε αρχές χωρίς να χρειάζεται να λάβει τη συγκατάθεση του εντολέα· ιδιαίτερα γίνεται αναφορά στις διατάξεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και στις διατάξεις του φορολογικού δικαίου (π.χ. Νόμος περί Μητρώου Λογαριασμών και Ελέγχου Λογαριασμών, GMSG).

9.5. Απαλλαγή από τον εντολέα. Ο εντολέας μπορεί να απαλλάξει τον δικηγόρο από την υποχρέωση εχεμύθειας ανά πάσα στιγμή. Η απαλλαγή από την υποχρέωση εχεμύθειας από τον εντολέα του δεν απαλλάσσει τον δικηγόρο από την υποχρέωση να εξετάσει εάν η δήλωσή του ανταποκρίνεται στο συμφέρον του εντολέα του. Εάν ο δικηγόρος ενεργεί ως μεσολαβητής, οφείλει να επικαλεστεί το δικαίωμά του στην εχεμύθεια παρά την απαλλαγή του από την υποχρέωση εχεμύθειας.

10. Αμοιβή

10.1. Συμφωνία αμοιβής. Κατ’ αρχήν, η αμοιβή καθορίζεται στη γραπτή συμφωνία αμοιβής που έχει συναφθεί στο πλαίσιο της ανάθεσης της εντολής ή αργότερα.

10.2. Εύλογη αμοιβή. Εάν, σε μεμονωμένη περίπτωση, δεν έχει συναφθεί συμφωνία αμοιβής, ο δικηγόρος έχει αξίωση για εύλογη αμοιβή. Οι προσεγγίσεις και οι μέθοδοι υπολογισμού σύμφωνα με το Νόμο περί Δικαστικού Τιμολογίου (RATG) και τα Γενικά Κριτήρια Αμοιβής (AHK) θεωρούνται σε κάθε περίπτωση εύλογες.

10.3. Εκτίμηση κόστους. Ο εντολέας λαμβάνει υπόψη ότι μια εκτίμηση που έχει πραγματοποιηθεί από τον δικηγόρο σχετικά με το ύψος της αμοιβής που πιθανόν να προκύψει, η οποία δεν έχει χαρακτηριστεί ρητά ως δεσμευτική, είναι μη δεσμευτική και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως δεσμευτική προσφορά κόστους (κατά την έννοια της § 5 παρ. 2 KSchG), επειδή η έκταση των απαραίτητων και εύλογων υπηρεσιών που πρέπει να παρασχεθούν από τον δικηγόρο για την πλήρη επεξεργασία και διεκπεραίωση της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν μπορεί να εκτιμηθεί αξιόπιστα εκ των προτέρων λόγω της φύσης τους.

10.4. Διαφάνεια αμοιβής. Προκειμένου να διασφαλιστεί η μέγιστη διαφάνεια της αμοιβής, η Harlander & Partner Rechtsanwälte GmbH είναι επομένως υποχρεωμένη να εκδίδει συνεχείς ενδιάμεσους λογαριασμούς. Ένας ενδιάμεσος λογαριασμός πρέπει να εκδίδεται ιδίως με την ολοκλήρωση των εξωδικαστικών δραστηριοτήτων, το τέλος της προφορικής συζήτησης στο δικαστήριο, την υποβολή ένδικων μέσων καθώς και μετά από διάφορα ουσιώδη βήματα παροχής υπηρεσιών. Ουσιώδη βήματα παροχής υπηρεσιών αποτελούν ιδίως οι εξωδικαστικές επιστολές υπενθύμισης καθώς και όλες οι κατ’ αρχήν επιδεκτικές ενιαίου συντελεστή κύριες υπηρεσίες σύμφωνα με την § 23 (1) RATG.

10.5. Πρόσθετες υπηρεσίες. Όλες οι υπηρεσίες του δικηγόρου που δεν καλύπτονται ρητά από τη συμφωνηθείσα αμοιβή αμείβονται χωριστά.

10.6. Επιμέρους υπηρεσίες. Ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να τιμολογήσει τις επιμέρους υπηρεσίες που έχουν ήδη παρασχεθεί.

10.7. Προκαταβολή εξόδων. Τα έξοδα σε μετρητά, όπως τα δικαστικά έξοδα (π.χ. εφάπαξ τέλη), τα διοικητικά τέλη ή τα έξοδα πραγματογνωμόνων, πρέπει πάντα να μεταφέρονται εκ των προτέρων. Επίσης, ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει ανά πάσα στιγμή εύλογες προκαταβολές αμοιβής τουλάχιστον στο ύψος των επόμενων επικείμενων επιμέρους υπηρεσιών.

Σε περίπτωση που οι προκαταβολές εξόδων για έξοδα σε μετρητά δεν εισπραχθούν το αργότερο τρεις εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη των δικαστικών ή διοικητικών προθεσμιών, οι σχετικές ενέργειες (π.χ. αγωγή, απάντηση στην αγωγή, ένδικα μέσα) δεν μπορούν πλέον να πραγματοποιηθούν με ασφάλεια εντός της προθεσμίας. Εφόσον μια προκαταβολή εξόδων που έχει ήδη ζητηθεί στο πληρεξούσιο δεν εισπραχθεί ή δεν εισπραχθεί τουλάχιστον επτά ημέρες πριν από τη λήξη μιας ενδεχόμενης προθεσμίας (π.χ. παραγραφή, απάντηση στην αγωγή, ένδικα μέσα), δεν μπορεί να γίνει αποδοχή της εντολής.

10.8. Υπερβαίνουσα αποζημίωση εξόδων. Εάν το ποσό αποζημίωσης εξόδων που έχει επιδικαστεί και είναι εισπράξιμο από τον αντίδικο υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα αμοιβή με τον εντολέα, το ποσό αποζημίωσης εξόδων που υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα αμοιβή ανήκει στον δικηγόρο.

10.9. Φόροι, έξοδα, έξοδα σε μετρητά. Η αμοιβή νοείται από την έδρα ή το υποκατάστημα του δικηγόρου. Στην αμοιβή πρέπει να προστεθεί ο φόρος προστιθέμενης αξίας στο νόμιμο ύψος, τα απαραίτητα και εύλογα έξοδα (π.χ. για έξοδα ταξιδίου και διανυκτέρευσης, τηλέφωνο, αντίγραφα) καθώς και τα έξοδα σε μετρητά που καταβάλλονται στο όνομα του εντολέα (π.χ. δικαστικά έξοδα).

10.10. Ασφάλιση νομικής προστασίας. Η γνωστοποίηση μιας ασφάλισης νομικής προστασίας από τον εντολέα και η εξασφάλιση κάλυψης νομικής προστασίας από τον δικηγόρο δεν θίγει την αξίωση αμοιβής του δικηγόρου έναντι του εντολέα και δεν πρέπει να θεωρηθεί ως συγκατάθεση του δικηγόρου να συμβιβαστεί με την ασφαλιστική παροχή που καταβάλλεται από την ασφάλιση νομικής προστασίας ως αμοιβή. Εφόσον υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη, η λήψη της υπόσχεσης κάλυψης μπορεί να γίνει για την εντολή από τον δικηγόρο. Η υπόσχεση κάλυψης από την ασφάλιση νομικής προστασίας σημαίνει ότι η ασφάλιση νομικής προστασίας αναλαμβάνει τα έξοδα σύμφωνα με την ασφαλιστική σύμβαση του εντολέα. Αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι αναλαμβάνονται πλήρως τα έξοδα. Πολλές ασφαλιστικές συμβάσεις δεν αμείβουν ορισμένες υπηρεσίες, μόνο εν μέρει, μόνο με ανώτατο όριο ή μόνο μετά την ολοκλήρωση ορισμένων τμημάτων της διαδικασίας. Η υπόσχεση κάλυψης δεν σημαίνει επομένως αναγκαστικά ότι κάθε επιμέρους απαραίτητο ή εύλογο βήμα παροχής υπηρεσιών καλύπτεται χωρίς αφαίρεση ή καθόλου. Αποδέκτης του λογαριασμού είναι πάντα ο εντολέας ως πελάτης του δικηγόρου. Εφόσον η ασφάλιση του εντολέα έχει υποσχεθεί κάλυψη, ο δικηγόρος διαβιβάζει επιπλέον τον λογαριασμό στην ασφάλιση του εντολέα για πληρωμή. Ποσά, τα οποία ή από την ασφάλιση δεν αναλαμβάνονται δικαιολογημένα ή και αδικαιολόγητα λόγω των ασφαλιστικών όρων, όπως π.χ. η συμμετοχή του ασφαλισμένου, ο φόρος προστιθέμενης αξίας για τους δικαιούχους έκπτωσης φόρου εισροών ή υπηρεσίες που δεν καλύπτονται, δεν καλύπτονται πλήρως ή δεν καλύπτονται αμέσως από την ασφάλιση, πρέπει να μεταφερθούν από τον εντολέα για πληρωμή.

10.11. Αποζημίωση εξόδων από τον αντίδικο. Ο εντολέας οφείλει να καταβάλει προσωρινά την αμοιβή του δικηγόρου ακόμη και σε διαδικασίες στις οποίες μπορεί ή πρόκειται να υπάρξει υποχρέωση αποζημίωσης εξόδων από τον αντίδικο. Ο δικηγόρος δεν υπόσχεται σε καμία περίπτωση ότι τα έξοδα μπορούν να εισπραχθούν από τον αντίδικο, επειδή η εισπραξιμότητα των εξόδων δεν μπορεί να εκτιμηθεί αξιόπιστα εκ των προτέρων λόγω της φύσης τους.

Επίσης, ο δικηγόρος δεν αναλαμβάνει σε καμία περίπτωση τον κίνδυνο της εισπραξιμότητας των εξόδων.

10.12. Έγκριση. Σε περίπτωση συμβάσεων με επιχειρηματίες, ένας λογαριασμός αμοιβής που έχει διαβιβαστεί στον εντολέα και έχει αναλυθεί δεόντως θεωρείται εγκεκριμένος, εάν ο εντολέας δεν αντιταχθεί γραπτώς εντός δεκατεσσάρων ημερών (καθοριστική είναι η παραλαβή από τον δικηγόρο) από την παραλαβή.

11. Πληρωμή

11.1. Λήξη προθεσμίας και πληρωμή. Οι λογαριασμοί του δικηγόρου είναι ληξιπρόθεσμοι και πληρωτέοι χωρίς καμία έκπτωση από την ημερομηνία έκδοσης του λογαριασμού και, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, σε περίπτωση συμβάσεων εξ αποστάσεως με την παραγγελία και διαφορετικά εντός δεκατεσσάρων ημερών από την παραλαβή του λογαριασμού. Η εκτέλεση των υπηρεσιών πραγματοποιείται κατ’ αρχήν μόνο μετά την πλήρη πληρωμή.

11.2. Τιμολόγηση με εφάπαξ ποσό. Σε περίπτωση τιμολόγησης με τη μορφή εφάπαξ ποσού, αυτό καλύπτει όλες τις υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των συμφωνηθεισών υπηρεσιών. Εξαιρούνται τα έξοδα απρόβλεπτων γεγονότων, τα πρόσθετα έξοδα λόγω μη συμβατικής συνεργασίας του εντολέα καθώς και τα πρόσθετα έξοδα λόγω κρυφών ελαττωμάτων στις παρεχόμενες υπηρεσίες.

11.3. Τιμολόγηση ανάλογα με την προσπάθεια. Σε περίπτωση τιμολόγησης ανάλογα με την προσπάθεια, η τιμολόγηση γίνεται ανάλογα με την πραγματική προσπάθεια. Τιμολόγηση ανάλογα με την προσπάθεια υπάρχει, εάν η προβλεπόμενη προσπάθεια αναφέρεται ως περίπου, πιθανόν ή εκτιμώμενη.

11.4. Εις ολόκληρον ευθύνη. Σε περίπτωση ανάθεσης εντολής από πολλούς εντολείς σε μια νομική υπόθεση, αυτοί ευθύνονται εις ολόκληρον για όλες τις αξιώσεις του δικηγόρου που προκύπτουν από αυτήν. Σε περίπτωση συμβάσεων με καταναλωτές, αυτό ισχύει μόνο εφόσον οι υπηρεσίες του δικηγόρου από την εντολή δεν είναι διαιρετές και δεν παρασχέθηκαν σαφώς μόνο για έναν συγκεκριμένο εντολέα.

11.5. Άμεση πληρωμή. Όλα τα έξοδα και τα έξοδα σε μετρητά που προκύπτουν κατά την εκτέλεση της εντολής μπορούν, κατά την κρίση του δικηγόρου, να διαβιβαστούν επίσης στον εντολέα για άμεση εξόφληση.

11.6. Ασφάλιση νομικής προστασίας. Ο δικηγόρος δεν είναι υποχρεωμένος να απαιτήσει την αμοιβή απευθείας από την ασφάλιση νομικής προστασίας, αλλά μπορεί να απαιτήσει ολόκληρο το αντίτιμο από τον εντολέα.

11.7. § 19 RAO. Ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει από τα μετρητά που έχουν εισπραχθεί για τον εντολέα σε αυτόν το ποσό των εξόδων του και της αμοιβής του, εφόσον αυτά δεν καλύπτονται από τις ληφθείσες προκαταβολές, αλλά οφείλει να τα συμψηφίσει αμέσως.

Εάν αμφισβητηθεί η ορθότητα και το ύψος της αξίωσης, τόσο ο δικηγόρος όσο και ο εντολέας έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την επιτροπή του δικηγορικού συλλόγου να επιδιώξει φιλικό διακανονισμό της διαφοράς. Ο δικηγόρος έχει όμως σε αυτή την περίπτωση επίσης το δικαίωμα να καταθέσει δικαστικά τα μετρητά που έχει εισπράξει μέχρι το ύψος της αμφισβητούμενης αξίωσης, αλλά ταυτόχρονα, εάν η επιδιωκόμενη φιλική διευθέτηση δεν έχει επιτευχθεί, υποχρεούται να αποδείξει την ορθότητα και το ύψος της τελευταίας.

Στο κατατεθειμένο ποσό ο δικηγόρος έχει νόμιμο ενέχυρο για την αξίωσή του από την εκπροσώπηση.

11.8. § 19a RAO. Εάν στον εντολέα επιδικαστούν ή συμφωνηθούν κατ’ αντιπαράσταση έξοδα σε μια διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, άλλης δημόσιας αρχής ή διαιτητικού δικαστηρίου, ο δικηγόρος που εκπροσώπησε τελευταίος τον εντολέα έχει ενέχυρο επί της αξίωσης αποζημίωσης εξόδων του εντολέα λόγω της δικής του και των προκατόχων του αξίωσης για αποζημίωση των εξόδων σε μετρητά και για αμοιβή για την εκπροσώπηση σε αυτή τη διαδικασία.

Εάν ο εντολέας εκπροσωπήθηκε τελευταία από πολλούς δικηγόρους, αυτό το ενέχυρο ανήκει στον πρώτο δικηγόρο που αναφέρθηκε.

Εάν δεν εισπραχθούν όλα τα έξοδα από τον υπόχρεο καταβολής των εξόδων, ο τελευταίος δικηγόρος οφείλει να κατανείμει το εισπραχθέν ποσό μεταξύ αυτού και των προηγούμενων δικηγόρων σύμφωνα με τα ποσά εξόδων που οφείλονται σε αυτόν και στους άλλους δικηγόρους.

11.9. Εκχώρηση. Σε περίπτωση συμβάσεων με επιχειρηματίες, οι αξιώσεις αποζημίωσης εξόδων του εντολέα έναντι του αντιδίκου εκχωρούνται στον δικηγόρο στο ύψος της αξίωσης αμοιβής του δικηγόρου με τη γένεσή τους. Ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να κοινοποιήσει την εκχώρηση στον αντίδικο ανά πάσα στιγμή.

11.10. Απαγόρευση συμψηφισμού και παρακράτησης από τον εντολέα. Οι επιχειρηματίες δεν έχουν το δικαίωμα να συμψηφίσουν τις δικές τους αξιώσεις έναντι αξιώσεων του δικηγόρου, εκτός εάν η αξίωση του εντολέα έχει αναγνωριστεί γραπτώς από τον δικηγόρο ή έχει διαπιστωθεί δικαστικά. Αποκλείεται το δικαίωμα παρακράτησης υπέρ των επιχειρηματιών.

11.11. Καθυστέρηση πληρωμής. Εάν ο εντολέας καθυστερήσει την πληρωμή, οφείλει να καταβάλει στον δικηγόρο σε κάθε περίπτωση τόκους υπερημερίας στο νόμιμο ύψος του 4 %.

Εάν ο εντολέας ευθύνεται για την καθυστέρηση πληρωμής, σε περίπτωση συμβάσεων με επιχειρηματίες, πρέπει να καταβληθούν οι νόμιμοι τόκοι που ισχύουν μεταξύ επιχειρηματιών, τουλάχιστον όμως 9 % ετησίως, σε περίπτωση συμβάσεων με καταναλωτές τόκοι στο ύψος του 9 % ετησίως. Ο εντολέας οφείλει επίσης να φέρει όλα τα έξοδα και τις δαπάνες που συνδέονται με την είσπραξη της αξίωσης και όλα τα άλλα έξοδα που είναι απαραίτητα για μια σκόπιμη νομική επιδίωξη. Οι πέραν αυτών νόμιμες αξιώσεις παραμένουν ανεπηρέαστες.

11.12. Συνεχιζόμενη καθυστέρηση πληρωμής. Μετά από ανεπιτυχή υπενθύμιση στον εντολέα με καθορισμό μεταγενέστερης προθεσμίας τουλάχιστον επτά ημερών, ο δικηγόρος μπορεί να καταστήσει άμεσα ληξιπρόθεσμες όλες τις υπηρεσίες και τις επιμέρους υπηρεσίες που έχουν ήδη παρασχεθεί, ακόμη και στο πλαίσιο άλλων εντολών που έχουν δοθεί από τον εντολέα, και να αναστείλει προσωρινά την παροχή υπηρεσιών που δεν έχουν ακόμη πληρωθεί μέχρι την πλήρη πληρωμή όλων των ανοικτών απαιτήσεων αμοιβής.

Μετά από ανεπιτυχή δεύτερη υπενθύμιση στον εντολέα με καθορισμό περαιτέρω μεταγενέστερης προθεσμίας τουλάχιστον επτά ημερών, ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από όλες τις εντολές και να απαιτήσει επιπλέον της πληρωμής των υπηρεσιών που έχουν ήδη παρασχεθεί την αποζημίωση της διαφυγούσας ωφέλειας.

11.13. Δόσεις. Εφόσον ο δικηγόρος και ο εντολέας συνάψουν συμφωνία πληρωμής με δόσεις, συμφωνείται απώλεια προθεσμίας σε περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής έστω και μίας δόσης.

12. Ευθύνη

12.1. Γενικός περιορισμός ευθύνης. Η ευθύνη του δικηγόρου, εξαιρουμένων των σωματικών βλαβών, περιορίζεται στο νόμιμα προβλεπόμενο ελάχιστο ποσό αστικής ευθύνης ως ανώτατο όριο.

Το ελάχιστο ποσό αστικής ευθύνης ανέρχεται επί του παρόντος σε 2.400.000,00 EUR για δικηγορικές εταιρείες με τη μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και σε 400.000,00 EUR για δικηγόρους.

Το ανώτατο ποσό καλύπτει όλες τις υφιστάμενες απαιτήσεις κατά του δικηγόρου λόγω λανθασμένης συμβουλής ή/και εκπροσώπησης, όπως ιδίως για αποζημίωση και μείωση τιμής. Αυτό το ανώτατο ποσό δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις του εντολέα για ανάκτηση της αμοιβής που καταβλήθηκε στον δικηγόρο. Τυχόν απαλλαγές δεν μειώνουν την ευθύνη.

Το ανώτατο ποσό αναφέρεται σε μία ασφαλιστική περίπτωση. Σε περίπτωση ύπαρξης δύο ή περισσότερων ανταγωνιστικών ζημιωθέντων (εντολέων), το ανώτατο ποσό πρέπει να μειωθεί για κάθε ζημιωθέντα ανάλογα με το ύψος των απαιτήσεων.

Σε περίπτωση ανάθεσης σε δικηγορική εταιρεία, αυτός ο γενικός περιορισμός ευθύνης ισχύει επίσης υπέρ όλων των δικηγόρων που εργάζονται για την εταιρεία (ως εταίροι, διευθυντές, υπάλληλοι δικηγόροι ή σε οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα).

Σε συμβάσεις με καταναλωτές, αυτός ο γενικός περιορισμός ευθύνης ισχύει μόνο εφόσον η ευθύνη δεν βασίζεται σε βαριά αμέλεια ή δόλο του δικηγόρου.

12.2. Περιορισμός ευθύνης στη σχέση εντολής. Ο δικηγόρος ευθύνεται μόνο έναντι του εντολέα του, όχι έναντι τρίτων. Ο εντολέας υποχρεούται να ενημερώνει ρητά τρίτους, οι οποίοι έρχονται σε επαφή με τις υπηρεσίες του δικηγόρου λόγω ενεργειών του εντολέα, για αυτήν την περίσταση.

12.3. Περιορισμός ευθύνης για υπηρεσίες τρίτων. Ο δικηγόρος ευθύνεται για τρίτους (ιδίως εξωτερικούς εμπειρογνώμονες) που αναλαμβάνουν επιμέρους υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών με τη γνώση του εντολέα, οι οποίοι δεν είναι ούτε υπάλληλοι ούτε εταίροι, μόνο σε περίπτωση υπαιτιότητας στην επιλογή.

12.4. Αποκλεισμός ευθύνης για αλλοδαπό δίκαιο. Ο δικηγόρος ευθύνεται για τη γνώση αλλοδαπού δικαίου μόνο κατόπιν γραπτής συμφωνίας ή εάν έχει προσφερθεί να εξετάσει αλλοδαπό δίκαιο. Το δίκαιο της ΕΕ δεν θεωρείται ποτέ αλλοδαπό δίκαιο, αλλά το δίκαιο των κρατών μελών θεωρείται.

12.5. Μεταβίβαση κινδύνου. Κατά την αποστολή αντικειμένων ή εγγράφων σε επιχειρηματίες, ο κίνδυνος μεταβιβάζεται πάντα στον εντολέα μόλις ο δικηγόρος τα παραδώσει στην εταιρεία μεταφορών. Η αποστολή δεν είναι κατ’ αρχήν ασφαλισμένη, εκτός εάν ο εντολέας έχει αναθέσει γραπτώς στον δικηγόρο την ασφάλιση με δικά του έξοδα.

12.6. Υποχρέωση αναγγελίας ελαττωμάτων. Οι επιχειρηματίες, μετά την παράδοση ή μετά από αίτημα ενδιάμεσης αποδοχής από τον δικηγόρο, πρέπει να αποδεχθούν γραπτώς («να εγκρίνουν») τις παραδοθείσες ή προς αποδοχή υπηρεσίες το αργότερο εντός δεκατεσσάρων ημερών ή να αναφέρουν γραπτώς τυχόν ελαττώματα.

Σε περίπτωση ενδιάμεσης αποδοχής, η περαιτέρω εργασία από τον δικηγόρο μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την ενδιάμεση αποδοχή («έγκριση»). Σε περίπτωση μη έγκαιρης αποδοχής ή προηγούμενης χρήσης των υπηρεσιών, οι υπηρεσίες θεωρούνται αυτόματα αποδεκτές από τον επιχειρηματία.

Κρυφά ελαττώματα ή ζημίες που εμφανίζονται μόνο μετά την πάροδο δεκατεσσάρων ημερών, αλλά εντός ανοικτών προθεσμιών εγγύησης, διασφάλισης ή αποζημίωσης, πρέπει επίσης να αναφέρονται από τους επιχειρηματίες εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ανακάλυψή τους.

Η αναγγελία ελαττωμάτων από τον επιχειρηματία πρέπει να περιγράφει λεπτομερώς και κατανοητά το ελάττωμα ή τις ζημίες. Ο επιχειρηματίας πρέπει να επιτρέψει στον δικηγόρο όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εξέταση και την αποκατάσταση των ελαττωμάτων ή των ζημιών.

Σε περίπτωση μη έγκαιρης αναγγελίας των ελαττωμάτων από τους επιχειρηματίες, αποκλείεται η διεκδίκηση αξιώσεων εγγύησης, διασφάλισης και αποζημίωσης.

12.7. Αναπόφευκτα ή απρόβλεπτα γεγονότα. Αναπόφευκτα ή απρόβλεπτα γεγονότα – ιδίως η καθυστέρηση του εντολέα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, καθώς και απρόβλεπτες καθυστερήσεις για τον δικηγόρο ή τους αναδόχους του – παρατείνουν τις προθεσμίες ή μεταθέτουν τις ημερομηνίες κατά τη διάρκεια του αναπόφευκτου και απρόβλεπτου γεγονότος συν τη διάρκεια των αναγκαίων οργανωτικών μέτρων σε μια τέτοια περίπτωση. Ο δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει γραπτώς τον εντολέα για αυτό.

12.8. Προθεσμία παράτασης. Η μη τήρηση προθεσμιών ή ημερομηνιών δικαιολογεί τον εντολέα να διεκδικήσει αξιώσεις μόνο εάν έχει χορηγήσει γραπτώς στον δικηγόρο μια εύλογη, τουλάχιστον δεκατετραήμερη, προθεσμία παράτασης.

12.9. Παραγραφή / Αποσβεστική προθεσμία. Εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει ήδη συντομότερες προθεσμίες παραγραφής ή αποσβεστικές προθεσμίες, όλες οι αξιώσεις των επιχειρηματιών κατά του δικηγόρου, εφόσον δεν διεκδικηθούν δικαστικά πριν από τη λήξη της προθεσμίας, παραγράφονται για εγγύηση εντός έξι μηνών από την παροχή της υπηρεσίας και όλες οι άλλες αξιώσεις, ιδίως για αποζημίωση, εντός έξι μηνών από τη γνώση της ζημίας και του προσώπου του ζημιώσαντος ή του άλλου γεγονότος που θεμελιώνει την αξίωση, το αργότερο όμως μετά από τρία έτη από το ζημιογόνο ή θεμελιωτικό της αξίωσης γεγονός.

13. Απαγόρευση προσέλκυσης προσωπικού

13.1. Απαγόρευση προσέλκυσης προσωπικού. Ο εντολέας δεν επιτρέπεται να προσελκύει υπαλλήλους του δικηγόρου. Αυτή η συμφωνία παραμένει σε ισχύ για τρία έτη πέραν τυχόν λήξης της εντολής. Σε περίπτωση παραβίασης αυτής της υποχρέωσης, καταβάλλεται συμβατική ποινή ύψους ενός ετήσιου μικτού μισθού του υπαλλήλου ανά παράβαση.

14. Προστασία Δεδομένων

14.1. Σκοπός επεξεργασίας. Ο δικηγόρος επεξεργάζεται τα δεδομένα του εντολέα αποκλειστικά για τη νόμιμη και σύμφωνη με την εντολή εκπλήρωση της εντολής που του έχει ανατεθεί από τον εντολέα, αποκλειστικά σύμφωνα με το νόμο ή σύμφωνα με την εντολή που του έχει ανατεθεί από τον εντολέα (εντολή).

14.2. Νομικές βάσεις επεξεργασίας. Οι νομικές βάσεις για την επεξεργασία των δεδομένων του εντολέα είναι

14.3. Παγκόσμια επεξεργασία. Σε περίπτωση επεξεργασίας δεδομένων από τον δικηγόρο σε τρίτη χώρα, ο δικηγόρος θα χρησιμοποιήσει ειδικά μέτρα ασφάλειας δεδομένων, όπως ιδίως την κρυπτογραφημένη μεταφορά και αποθήκευση δεδομένων.

14.4. Καμία υποχρέωση συναίνεσης / ανάθεσης εντολής. Ο εντολέας δεν έχει καμία υποχρέωση να δώσει τη συγκατάθεσή του (για ποινικές καταδίκες και ποινικά δεδομένα ή για ειδικές κατηγορίες προσωπικών δεδομένων) και να αναθέσει την εντολή (πληρεξουσιότητα). Ωστόσο, η μη παροχή συγκατάθεσης ή η μη ανάθεση της εντολής (πληρεξουσιότητας) θα είχε ως συνέπεια να μην μπορεί ο δικηγόρος να αναλάβει την εντολή (πληρεξουσιότητα).

14.5. Δικαίωμα ανάκλησης της συγκατάθεσης. Ο εντολέας έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του ανά πάσα στιγμή. Σε περίπτωση ανάκλησης, η επεξεργασία, εφόσον δεν υπάρχει άλλη νομική βάση, διακόπτεται. Η νομιμότητα των δεδομένων που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία μέχρι την ανάκληση δεν επηρεάζεται από την ανάκληση.

14.6. Διάρκεια αποθήκευσης. Τα δεδομένα του εντολέα διατηρούνται από τον δικηγόρο τουλάχιστον για τη διάρκεια τυχόν φορολογικών υποχρεώσεων διατήρησης, δηλαδή κατά κανόνα έως και επτά ημερολογιακά έτη μετά τη λήξη της εντολής (πληρεξουσιότητας), και μπορούν επιπλέον να διατηρηθούν μέχρι την εξάλειψη όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εντολή (πληρεξουσιότητα).

14.7. Υποχρέωση εχεμύθειας. Διαβίβαση σε άλλους παραλήπτες. Τα δεδομένα του εντολέα υπόκεινται στη συμφωνημένη ή στην αυστηρή νομική δικηγορική υποχρέωση εχεμύθειας και στη νομική προστασία προσωπικών και εταιρικών δεδομένων. Η διαβίβαση των δεδομένων του εντολέα πραγματοποιείται, εκτός από τη διαβίβαση σε παρόχους υπηρεσιών αποστολής σε περίπτωση αποστολής εγγράφων, σε τράπεζες σε περίπτωση μεταφορών, σε φοροτεχνικούς στο πλαίσιο της λογιστικής, σε άλλους δικηγόρους σε περίπτωση υποκατάστατης εκπροσώπησης, καθώς και σε αρχές και δικαστήρια, μόνο βάσει νομικής βάσης ή άλλως σε συνεννόηση με τον εντολέα.

14.8. Πληροφορίες νομικής φύσης και εκδηλώσεων. Σε περίπτωση συγκατάθεσης του εντολέα για την αποστολή πληροφοριών νομικής φύσης και εκδηλώσεων από τον δικηγόρο, ο δικηγόρος επεξεργάζεται τα προσωπικά δεδομένα του εντολέα βάσει της συγκατάθεσης για την αποστολή πληροφοριών νομικής φύσης και εκδηλώσεων μέχρι την ανάκληση ή την αντίρρηση του εντολέα.

14.9. Δικαίωμα ανάκλησης της συγκατάθεσης ή αντίρρησης κατά του άμεσου μάρκετινγκ. Ο εντολέας έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του ανά πάσα στιγμή ή να αντιταχθεί στη χρήση των δεδομένων του για σκοπούς άμεσου μάρκετινγκ. Σε περίπτωση ανάκλησης, η επεξεργασία, εφόσον δεν υπάρχει άλλη νομική βάση, διακόπτεται. Η νομιμότητα των δεδομένων που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία μέχρι την ανάκληση δεν επηρεάζεται από την ανάκληση. Σε περίπτωση αντίρρησης, τα προσωπικά δεδομένα του εντολέα δεν θα υποβάλλονται πλέον σε επεξεργασία για σκοπούς άμεσου μάρκετινγκ.

14.10. Δικαιώματα του εντολέα / Δικαιώματα υποκειμένου δεδομένων. Ο εντολέας έχει το δικαίωμα πρόσβασης, διόρθωσης και διαγραφής των προσωπικών του δεδομένων, το δικαίωμα περιορισμού της επεξεργασίας δεδομένων, το δικαίωμα φορητότητας δεδομένων και το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων.

15. Εγγύηση Καταθέσεων

15.1. Λογαριασμοί εμπιστοσύνης του δικηγόρου. Ο δικηγόρος τηρεί τους λογαριασμούς εμπιστοσύνης του στην Salzburger Sparkasse Bank AG. Ο δικηγόρος έχει υπογράψει το ενημερωτικό δελτίο σύμφωνα με το § 37α του BWG για αυτούς τους λογαριασμούς εμπιστοσύνης. Το γενικό ανώτατο όριο ασφάλισης για καταθέσεις σύμφωνα με τον Ομοσπονδιακό Νόμο περί Εγγύησης Καταθέσεων και Αποζημίωσης Επενδυτών σε Πιστωτικά Ιδρύματα (Νόμος περί Εγγύησης Καταθέσεων και Αποζημίωσης Επενδυτών – ESAEG, BGBl I 117/2015) περιλαμβάνει επίσης καταθέσεις σε αυτούς τους λογαριασμούς εμπιστοσύνης.

15.2. Καταθέσεις του εντολέα. Εφόσον ο εντολέας διατηρεί επίσης καταθέσεις στην Salzburger Sparkasse Bank AG, αυτές πρέπει να συνυπολογίζονται μαζί με τα χρήματα εμπιστοσύνης στο μέγιστο ποσό κάλυψης των 100.000,00 € ανά καταθέτη και δεν υπάρχει ξεχωριστή εγγύηση καταθέσεων.

16. Τελικές Διατάξεις

16.1. Εφαρμοστέο δίκαιο. Στις νομικές σχέσεις μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου εφαρμόζεται αποκλειστικά το αυστριακό δίκαιο, με εξαίρεση τους διεθνείς κανόνες παραπομπής. Οι διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου Πωλήσεων (UN-Kaufrecht) δεν εφαρμόζονται.

16.2. Επίλυση διαφορών. Ως εξωδικαστικός φορέας επίλυσης διαφορών σε διαφορές μεταξύ δικηγόρων και καταναλωτών ενεργεί ο Φορέας Συμφιλίωσης για Καταναλωτικές Συναλλαγές (www.verbraucherschlichtung.or.at). Ο δικηγόρος δεν υποχρεούται να προσφύγει σε αυτόν τον φορέα για την επίλυση διαφορών ή να υποταχθεί σε αυτόν, και αποφασίζει για τη συμμετοχή σε διαδικασία επίλυσης διαφορών κατά περίπτωση.

16.3. Δικαιοδοσία. Ως τόπος δικαιοδοσίας για όλες τις διαφορές μεταξύ του δικηγόρου και των επιχειρηματιών συμφωνείται το καθ’ ύλην αρμόδιο αυστριακό δικαστήριο στο Σάλτσμπουργκ. Ωστόσο, ο δικηγόρος δικαιούται επίσης να ασκήσει αγωγή στο γενικό δικαστήριο του δικηγόρου και του επιχειρηματία.

Δωρεάν αρχική συμβουλευτική

Επιλέξτε την προτιμώμενη ημερομηνία σας:

Our team